Αρχεία Ιστολογίου

Γιατί δεν παραδίνονταν οι Γερμανοί το 1945;

Μολονότι τόσο ο Φλαϊσχάουερ του Σπίγκελ. όσο και ο Κέρσο φλερτάρουν κομψότατα και επικίνδυνα με το αξιακό σύστημα της γερμανικής κουλτούρας εν γένει, το οποίο θεωρούν πως βρίσκεται πίσω από την μέχρις εσχάτων αντίσταση των Γερμανών την άνοιξη του 1945 κατά των Σοβιετικών, των Αμερικανών και των Άγγλων, εντούτοις, κατά την συζήτησή τους προκύπτουν πολλαπλά αίτια, π.χ. ο φόβος του τι μπορούσε να τους συμβεί αν έπεφταν ηττημένοι στα χέρια των «μπολσεβικο-μογγόλων», εναντίον των οποίων αγωνιζόταν όχι μόνον το  Τρίτο Ράιχ, αλλά και οι Ιταλοί και οι Ιάπωνες (Anti-Commintern Pact, Αντιδιεθνιστικό Σύμφωνο)· επίσης, η καθολική ναζιστική προπαγάνδα κατά των Σοβιετικών και υπέρ της υπεράνθρωπης ικανότητας του Χίτλερ ως ηγέτη, η καλλιέργεια της εντύπωσης ότι δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον χωρίς αυτόν και έξω από τον εθνικοσοσιαλισμό· η αίσθηση στα πρόθυρα της υστερία ότι «there is no alternative», TINA όπως θα μας θύμιζε η μακαρίτισσα Μάργκαρετ Θάτσερ στην δεκαετία του 1980· η σχετική δυνατότητα παραγωγής ενέργειας, πυρομαχικών και όπλων που διασφάλιζε ο Σπέερ, τα σχετικά αποθέματα τροφίμων, η ψυχολογικών ενδιαφέρουσα επιμονή στην επιτέλεση των μικρών καθημερινών καθηκόντων ως προβολής της θέλησης να ανασχεθεί η ορμητική έκβαση των γεγονότων. Όλα αυτά προκύπτουν από την ανάλυση της βασικής θέσης του Κέρσο: Σε στιγμές της Ιστορίας σαν αυτή που ζούσαν οι Γερμανοί την άνοιξη του 1945 είτε ξεσπά επανάσταση (όπως συνέβη το 1918, άλλωστε στην ίδια χώρα) είτε πραξικόπημα μεταξύ των ηγετών, εκδοχή που είχε συστηματικά ελεγχθεί από τον Χίτλερ εγκαίρως, και ιδίως μετά την απόπειρα δολοφονίας του τον Ιούλιο του 1944.

Αξίζει να διαβάσουμε, και μάλιστα προσεκτικά, το βιβλίο του Ίαν Κέρσο, The End. Hitler’s Germany 1944-45. Penguin 2012.

Συνέντευξη στον Σπίγκελ (SPIEGEL). Διαδικτυακή δημοσίευση στις 18/11/201

Ο Ίαν Κέρσο (Ian Kershaw) για τις τελευταίες ημέρες του Τρίτου Ράιχ

‘Η επιρροή του Χίτλερ ήταν μοιραία’

Σε συνέντευξή του στον Σπίγκελ, ο πλέον ευπώλητος βρετανός ιστορικός Ίαν Κέρσο μιλάει για τις τελευταίες ημέρες του Τρίτου Ράιχ, για το γιατί οι Γερμανοί επέμεναν, όταν ήταν σαφές ότι όλα είχαν χαθεί και τις ολέθριες επιπτώσεις της αποτυχημένης απόπειρας δολοφονίας του Χίτλερ στις 20 Ιουλίου 1944.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Καθηγητά Κέρσο, περάσατε τα τελευταία τρία χρόνια μελετώντας την κατάρρευση της ναζιστικής Γερμανίας. Εντέλει, μένουμε κουνώντας το κεφάλι μας έκπληκτοι για το παράλογο της τελευταίας φάσης, ή εσείς ως ιστορικός αισθάνεστε επίσης κάτι κοντινό προς τον θαυμασμό για την επιμονή των Γερμανών;

ΚΕΡΣΟ: Οπωσδήποτε η κίνηση του κεφαλιού κυριαρχεί. Είμαι πεπεισμένος ότι εμείς οι Άγγλοι θα παραιτούμασταν πιο σύντομα. Είναι ασφαλώς ασυνήθιστο μια χώρα να εξακολουθεί να πολεμάει ως την ολοκληρωτική αυτοκαταστροφή. Είναι στάση που βλέπουμε συνήθως στους εμφύλιους πολέμους, αλλά όχι σε συγκρούσεις όπου εχθρικές μεταξύ τους χώρες βρίσκονται σε πόλεμο η μια εναντίον της άλλης.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Στην αρχή του νέου βιβλίου σας εγείρετε την ερώτηση γιατί οι Γερμανοί επέμειναν επί τόσο καιρό. Τι είναι που προφανώς θα έπρεπε να είχαν κάνει;

ΚΕΡΣΟ: Σε κάθε ένοπλη σύγκρουση, υπάρχει τελικώς μια στιγμή οπότε η μία πλευρά αντιλαμβάνεται ότι όλα έχουν τελειώσει. Αν οι άνθρωποι που βρίσκονται στην εξουσία δεν παραδοθούν, αλλά, αντί να το πράξουν, εξακολουθούν να βυθίζουν την χώρα τους στα ερείπια, Ρούντολφ Γιόρνταν (Rudolph Jodan) υπάρχει είτε επανάσταση από τα κάτω, όπως συνέβη στην Γερμανία και στην Ρωσία κοντά στο τέλος του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου, είτε εκδηλώνεται πραξικόπημα από τις ελίτ, που επιχειρούν να σώσουν ό,τι μπορεί ακόμη να σωθεί. Το παράδειγμα γι’αυτό είναι η ανατροπή του Μπενίτο Μουσολίνι στην Ιταλία, τον Ιούλιο του 1943.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Ποια είναι η ύστατη στιγμή οπότε οι Γερμανοί θα έπρεπε να είχαν αναγνωρίσει ότι δεν μπορούσαν πια να κερδίσουν τον πόλεμο;

ΚΕΡΣΟ: Θα έλεγα το καλοκαίρι του 1944, μετά από την επιτυχημένη απόβαση των Συμμάχων στην Νορμανδία και τα τεράστια εδαφικά κέρδη των Ρώσων στην Ανατολή. Σ’εκείνο το σημείο, ο πόλεμος είχε αντικειμενικά κριθεί, ακόμη κι αν η γερμανική κοινή γνώμη δεν το έβλεπε έτσι. Αλλά, αρχίζοντας από τον Δεκέμβριο του 1944, μετά την αποτυχημένη επίθεση των Αρδεννών (σημ. εκδ.: επίσης γνωστή και ως Μάχη της Μπουλζ), ήταν επίσης σαφές στην ελίτ της εξουσίας στο γερμανικό Ράιχ ότι στρατιωτικά δεν υπήρχε πια τίποτε να κερδηθεί. Σ’αυτό το σημείο, θα είχε νόημα να αρχίσουν συνομιλίες για την παράδοση.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Μέχρι το τέλος, η ηγεσία των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, της Βέρμαχτ, είχαν αγκιστρωθεί στην ελπίδα ότι η Συμμαχία θα διαλυόταν και έτσι θα άνοιγε ο δρόμος για χωριστή ειρήνη με τις Δυτικές δυνάμεις. Με δεδομένη την ταχύτατη διάλυση της στρατιωτικής συμμαχίας και την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, αυτή η ιδέα δεν φαίνεται ολωσδιόλου παράλογη.

ΚΕΡΣΟ: Φυσικά, η ιδέα δεν ήταν ηλίθια, αλλά σ’εκείνο το σημείο του πολέμου, το στοίχημα ότι θα διαλυόταν η συμμαχία ισοδυναμούσε ολωσδιόλου με αυταπάτη. Ποτέ δεν υπήρξαν σοβαρές σκέψεις στους Δυτικούς Συμμάχουν να συνεχίσουν μόνοι τους. Η ύψιστη προτεραιότητα ήταν η κατανίκηση του χιτλερικού Ράιχ, και για τον σκοπό αυτό ήταν απαραίτητη η συμμαχία με τους Ρώσους. Ο Τσόρτσιλ (Churchill), όσο κι αν δεν είχε εμπιστοσύνη στον Στάλιν, το υποστήριξε πολλές φορές με επιχειρήματα και δεν άκουγε άλλες εναλλακτικές.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Το βιβλίο σας αρχίζει με την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας κατά του Χίτλερ τον Ιούλιο του 1944. Κατά την άποψή σας, η αποτυχημένη δολοφονία παρέτεινε κατά πολύ τον πόλεμο.

ΚΕΡΣΟ: Η συνωμοσία της 20ης Ιουλίου οδήγησε στην ενδυνάμωση του καθεστώτος, τουλάχιστον προσωρινά. Υπήρξε μια αξιοσημείωτη αύξηση της δημοτικότητας του Χίτλερ. Το σοκ από την επίθεση ήταν τεράστιο, όπως μπορούμε να αντιληφθούμε από πολλά ιδιωτικά κείμενα. Αλλά, ακόμη σημαντικότερο ήταν το γεγονός ότι ακολούθησε η εκκαθάριση του σώματος των αξιωματικών της Βέρμαχτ. Αρχι-νομιμόφρονες αντικατέστησαν ανθρώπους που θεωρήθηκαν αναξιόπιστοι. Ως αποτέλεσμα, κάθε αντίσταση εξαλείφθηκε.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Σημειώνεται ότι ο χιτλερικός χαιρετισμός εισήχθη στην Βέρμαχτ μόλις το καλοκαίρι του 1944. Γιατί τόσο αργά;

ΚΕΡΣΟ: Ο Χίτλερ χρειαζόταν την Βέρμαχτ πιο πολύ από άλλα μέρη του ναζιστικού καθεστώτος, γι’αυτό τον λόγο υπήρξε σχετικά προσεκτικός κατά τις συναλλαγές του με την ηγεσία της και για τόσον καιρό. Η απόπειρα της 20ης Ιουλίου τον ώθησε να συμπεράνει ότι ήταν καιρός να επαναφέρει σε τροχιά τον στρατό. Στο σώμα των αξιωματικών υπήρχε ισχυρή συναίνεση με τους στόχους και την νοοτροπία του ναζιστικού κράτους. Αλλά, όταν κάποιος εξετάζει έναν αρχι-ναζί όπως ο Στρατάρχης Φέρντιναντ Σένερ (Ferdinand Schörner), βλέπουμε την απόσταση που χωρίζει κάποιον σαν αυτόν από τους περισσότερους άλλους ανώτερους αξιωματικούς, που ναζιστικοποιήθηκαν αλλά δεν υπήρξαν ποτέ αληθινοί ναζί.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Το καλοκαίρι του 1944, οι περισσότερες μεγάλες γερμανικές πόλεις κείτονταν σε ερείπια, και από την ήττα στο Στάλινγκραντ και εξής, δεν υπήρχαν ειδήσεις για αποφασιστικές νίκες στο μέτωπο. Πώς ήταν το ηθικό του πληθυσμού;

ΚΕΡΣΟ: Μεγάλη ανησυχία, άγχος και κατάθλιψη. Αλλά, η εμπιστοσύνη στον Χίτλερ δεν είχε ακόμη εξαφανιστεί. Μόνον στο τέλος του 1944 άρχισε αυτή να κατακρημνίζεται σαν βράχος. Σύμγωνα με την αναφορά της υπηρεσίας ασφαλείας κοντά στο Μπέρχτεσγκάντεν (Berchtesgaden), τον Μάρτιο του 1945, την ημέρα του Χέλντενγκεντενκταγκ (Heldengedenktag, σημ. εκδ.: μια ναζιστική αργία για την τιμή των πεσόντων ηρώων), κανείς πια δεν ήθελε να απαντήσει στον χιτλερικό χαιρετισμό με τον ίδιο τρόπο.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Πόσο αξιόπιστες είναι αυτές οι αναφορές, με τις οποίες η ναζιστική ηγεσία συνήθιζε να ενισχύει το ηθικό στην χώρα;

ΚΕΡΣΟ: Οι αυθεντικές αναφορές από την βάση είναι σχετικά ασαφείς στις κρίσεις τους. Στο μέσον του 1944, ο γραμματέας του Χίτλερ, Μάρτιν Μπόρμαν (Martin Bormann), σταμάτησε την κυκλοφορία κεντρικών περιλήψεων αυτών των αναφορών από το Ράιχ, με το επιχείρημα ότι απεικόνιζαν την διάθεση του κόσμου με υπερβολικά αρνητικό τρόπο. Οι αναφορές από τους αξιωματικούς προπαγάνδας, που αποστέλλονταν στον Γιόζεφ Γκαίμπελς (Joseph Goebbels), επίσης αποκαλύπτουν αυτή την γενική πτώση του ηθικού. Υπάρχουν συχνά σημειώσεις στην σελίδα, όπου ο Γκαίμπελς έχει τραβήξει μια παχιά γραμή με πράσινο μελάνι, επειδή περίμενε αναφορές για νίκες.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Ο Γκαίμπελς ήταν, που μετά την 20ή Ιουλίου, ήθελε να ζητήσει από τους αμάχους μεγαλύτερες θυσίες. Υπήρξε προσεκτικότερος ο Χίτλερ σε αυτό το θέμα;

ΚΕΡΣΟ: Ο Χίτλερ είχε πάντα τεταμένη την προσοχή του σε οτιδήποτε μπορούσε να υπονομεύσει το ηθικό του γερμανικού λαού. Ήταν ένα μάθημα που είχε πάρει από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ότι, δηλαδή, ήταν σημαντικό να κρατείται υψηλό το ηθικό του λαού, αλλιώς θα σημειωνόταν εξέγερση από τα κάτω, όπως συνέβη το 1918. Γι’αυτό βεβαιωνόταν ότι οι βαυαροί γεωργοί συνέχιζαν να έχουν την μπίρα τους. Ο Γκαίμπελς έβλεπε πιο καθαρά από τον Χίτλερ ότι οι Γερμανοί ήσαν όντως έτοιμοι να αντέξουν σκληρότερα μέτρα, εφόσον αυτά έθιγαν όλους εξίσου.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Το σύστημα λειτούργησε ως το τέλος. Μόνον μερικούς μήνες πριν από το τέλος του πολέμου, υποβάλλονταν αιτήσεις για άδεια οικοδομής και εγκρίνονταν, και οι μισθοί καταβάλλονταν κανονικά. Το τελευταίο κονσέρτο της Φιλαρμονικής του Βερολίνου έγινε στις 12 Απριλίου 1945.

ΚΕΡΣΟ: Και η σοβιετική επίθεση στην γερμανική πρωτεύουσα άρχισε τέσσερις ημέρες αργότερα. Το ακροατήριο είχε πάρει θέση στην χωρίς θέρμανση αίθουσα της Φιλαρμονικής φορώντας βαριά παλτά, ενώ ο (Βίλχελμ) Φουρτβένγκλερ (Wilhelm Furtwängler) διηύθυνε την Συμφωνία αρ. 4 του Μπρούκνερ (Bruckner).

ΣΠΙΓΚΕΛ: Και στις 23 Απριλίου 1945, η Μπάγιερν Μονάχου (Bayern München) νίκησε την TSV 1860 Μονάχου στο ποδοσφαιρικό ντέρμπι της πόλης.

ΚΕΡΣΟ: Ναι, κέρδισαν 3:2. Όταν το διάβασα αυτό, σοκαρίστηκα τόσο πολύ, που σκέφτηκα ότι η ημερομηνία ήταν λανθασμένη. Αλλά, ήταν σωστή.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Έχετε κάποια εξήγηση γι’ αυτή την αλλόκοτη ανάγκη να διατηρήσουν την ομαλότητα;

ΚΕΡΣΟ: Την ομαλότητα της ρουτίνας, ακόμη κι αν είναι απλώς μια τεχνητή ομαλότητα, είναι πιθανώς σημαντική για την λειτουργικότητα της ανθρώπινης τάξης. Πηγαίνετε στην δουλειά και ελέγχετε τα αρχεία σας, ακόμη κι αν η εργασία που κάνετε είναι απολύτως άχρηστη. Κι όταν πια δεν υπάρχει το γραφείο σας, επειδή βομβαρδίστηκε, εσείς απλώς απασχολείστε κάπου αλλού

ΣΠΙΓΚΕΛ: Αλλά, αυτό δεν είναι αρκετό για την διατήρηση της δημόσιας τάξης.

ΚΕΡΣΟ: Είναι αλήθεια ότι δεν θα ήταν αρκετό χωρίς καλά εκπαιδευμένους δημοσίους υπαλλήλους. Η υποδειγματική γραφειοκρατία ήταν η ραχοκοκκαλιά του καθεστώτος. Ακόμη και η ταχυδρομική υπηρεσία διατηρήθηκε ακέραιη λίγο ως πολύ. Όταν καταστράφηκε το σιδηροδρομικό δίκτυο, ο υπουργός Ταχυδρομείων του Ράιχ εξέδωσε οδηγία να χρησιμοποιούνται μοτοσυκλέτες αντί τρένων. Όταν άρχισαν να λείπουν τα καύσιμα για τις μοτοσυκλέτες, άλλαξαν σε ποδήλατα. Στο τέλος, περπατούσαν μέσα απ’ τα βουνά με ένα σακκίδιο στην πλάτη τους. Είναι παράξενο όταν το φαντάζεσαι, αλλά δούλεψε.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Αναγνωρίζετε κάποιο ειδικά γερμανικό χαρακτηριστικό σε όλα αυτά;

‘Υπήρχε κάτι τυπικά γερμανικό σε όλα αυτά’

ΚΕΡΣΟ: Όσο και να χρησιμοποιήσω την φαντασία μου, δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν στην Ιταλία ή την Ελλάδα. Υπήρχε κάτι χαρακτηριστικά γερμανικό σ’αυτό. Δεν το εννοώ αυτό ως εθνικό στερεότυπο. Το σκέφτομαι περισσότερο ως στοιχείο πολιτισμικής παράδοσης, που μεταδόθηκε μέσω της εκπαίδευσης και ενίσχυσε συγκεκριμένες αρετές. Σε ένα σημείο στο βιβλίο μου παραθέτω τον Φρίντριχ Βίλχελμ Κρίτζινγκερ (Friedrich Wilhelm Kritzinger), τον γραμματέα της Καγκελαρίας, ο οποίος, όταν ρωτήθηκε κατά την διάρκεια της ανάκρισης γιατί συνέχισε να εργάζεται με τόση επιμέλεια ως το τέλος, απάντησε έκπληκτος ότι αυτό ήταν το καθήκον του. Μάλιστα, δεν καταλάβαινε καν την ερώτηση.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Οι Γερμανοί στερούνται της ικανότητας να χαλαρώνουν;

ΚΕΡΣΟ: Θα μπορούσαμε να το θέσουμε και έτσι. Φυσικά, είναι πράγματι πολύ θετικό να έψει κάποιος την αίσθηση του καθήκοντος, ακόμη και της τιμής. Αλλά, οι ναζί διέστρεψαν εντελώς αυτές τις αξίες. Τι σημαίνει καθήκον για έναν στρατηγό στην τελική φάση του Ράιχ; Να εξακολουθήσει να μάχεται, έως ότου όλα σωριαστούν σε ερείπια; Ή, να εκδώσει διαταγή παράδοσης;

ΣΠΙΓΚΕΛ: Πιθανώς υπήρχαν πάρα πολλοί αφοσιωμένοι ναζί, που πίστευαν ειλικρινά στην υπόθεσή τους. Ο τυχοδιωκτισμός μπορεί κάποτε να είναι ευεργετικός.

ΚΕΡΣΟ: Αυτό πιθανώς είναι αλήθεια. Σε πολλές περιπτώσεις, η μοίρα μιας πόλης ορίζεται από το κατά πόσον κυβερνάται από ανθρώπους που απλώς θέλουν να σώσουν τον εαυτό τους, ή από φανατικούς που θα διέτασσαν την εκτέλεση οποιουδήποτε σήκωνε λευκή σημαία στο παράθυρό του. Πάρτε για παράδειγμα το Μπρεσλάου (Breslau) (σημ. εκδ.: σήμερα Βρότσλαβ),όπου ο Καρλ Χάνκε (Karl Hanke), ο τοπικός γκαουλάιτερ (σημ. εκδ.: περιφερειακός ηγέτης του ναζιστικού κόμματος), εξέδωσε διαταγή για αντίσταση μέχρι τον τελευταίο άνδρα. Το κέντρο της πόλης ισοπεδώθηκε, και ο πληθυσμός υπέμεινε ανείπωτα βάσανα, έως ότου το Μπρεσλάου έπεσε στα χέρια των Σοβιετικών – όλα αυτά ήσαν μάταια.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Ο ίδιος ο Χάνκε φρόντισε να επιβιβαστεί στο τελευταίο αεροπλάνο που απογειώθηκε από το Μπρεσλάου.

ΚΕΡΣΟ: Αυτό ήταν χαρακτηριστικό για τους κομματικούς αξιωματούχους, που έκαναν λόγο για αντίσταση ως την τελευταία σφαίρα. Αλλά μόνον 2 από τους 43 γκαουλάιτερ σκοτώθηκαν στη μάχη. Οι περισσότεροι κατέφυγαν σε ασφαλείς προορισμούς αρκετά νωρίς, εγκαταλείποντας τον πληθυσμό.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Πολλοί στρατιωτικοί ιστορικοί τονίζουν το ειδικό πολεμικό πνεύμα της γερμανικής Βέρμαχτ. Για τους κοινούς στρατιώτες, υπήρχε άλλη εναλλακτική εκτός από την εξακολούθηση της μάχης;

ΚΕΡΣΟ: Το μόνο πράγμα που μπορώ να δω θα ήταν η λιποταξία, που θα επέσυρε την θανατική ποινή, αν (οι λιποτάκτες) συλλαμβάνονταν (από τους άλλους συστρατιώτες τους).

ΣΠΙΓΚΕΛ: Πώς κρίνετε τον Χίτλερ ως στρατιωτικό αρχηγό;

ΚΕΡΣΟ: Η επιρροή του, ειδικά στην τελευταία φάση του πολέμου, ήταν ασφαλώς μοιραία. Αλλά, πολλοί στρατηγοί διευκόλυναν υπερβολικά τους εαυτούς τους, μετά τα γεγονότα, ρίχνοντας τα βάρη για όλες τις λανθασμένες αποφάσεις σ’ εκείνον. Αν διαβάσετε τις ενημερωτικές αναφορές, θα δείτε ότι ο Χίτλερ σπανίως έκανε κάτι έξω από ό,τι συνηθιζόταν. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, για τις όλο και πιο απελπισμένες προσπάθειες του αρχισυνταγματάρχη Γκέοργκ-Χανς Ράινχαρντ (Georg-Hans Reinhardt) από την Ανατολική Πρωσία να πείσει τον Χίτλερ για την τακτική υποχώρηση του επιτελείου στρατιάς. Αλλά, ο Χίτλερ δεν ήταν ο μόνος που απέρριπτε αυτή την ιδέα. Στην πραγματικότητα, είχε την ευρεία υποστήριξη των αξιωματικών του άμεσου περιβάλλοντός του.

ΣΠΙΓΚΕΛ: «Κοίταξα τα μάτια του και ήξερα ότι όλα θα πήγαιναν καλά», είπε ο αρχιναύαρχος Καρλ Ντένιτζ (Karl Dönitz), μετά από μια συνομιλία με τον Χίτλερ. Κι άλλοι αξιωματικοί είπαν παρόμοια πράγματα. Από πού πήγαζε αυτή η απόλυτη πίστη αυτών των ανδρών στον φύρερ, οι οποίοι κατά τα άλλα δεν ήταν πολύ συναισθηματικοί;

ΚΕΡΣΟ: Θα πρέπει να ρωτήσετε ψυχολόγους. Γιατί ο Άλμπερτ Σπέερ (Albert Speer) επέστρεψε στο υπόγειο καταφύγιο της Καγκελαρίας, όταν πραγματικά όλα είχαν τελειώσει; Προφανώς ως το τέλος δεν ήταν σε θέση να αποσυνδεθεί από τον Χίτλερ, όπως συνέβη και με πολλούς άλλους στον περίγυρό του. Αυτή η συναισθηματική εξάρτηση εκδηλώθηκε επίσης στην συνάντηση με τους γκαουλάιτερ, στις 24 Φεβρουαρίου 1945, στην οποία οι κομματικοί αρχηγοί αντιλήφθηκαν τον Χίτλερ ως έναν συντετριμμένο άνθρωπο, και τρομοκρατήθηκαν τελείως από ό,τι είδαν. Αλλά, τότε, ο Χίτλερ τους πλησίασε έναν-έναν, τους κοίταξε στα μάτια, και μονομιάς η διάθεσή τους ελάφρυνε, όπως έγραψε ο γκαουλάιτερ Ρούντολφ Γιόρνταν (Rudolf Jordan) στα απομνημονεύματά του.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Τα μάγια λύθηκαν ξαφνικά με την αυτοκτονία του Χίτλερ.

ΚΕΡΣΟ: Μετά από αυτήν όλα συνέβησαν πολύ γρήγορα. Ο Γκαίμπελς ήταν σχεδόν ο μόνος που στάθηκε δίπλα στον Χίτλερ μέχρι τον θάνατο. Σχεδόν όλοι οι άλλοι το έβαλαν στα πόδια. Ακόμη κι ο αφοσιωμένος (Μάρτιν) Μπόρμαν προσπάθησε να δραπετεύσει από τον κόσμο του υπόγειου καταφυγίου της Καγκελαρίας και να φτάσει όπου μπορούσε.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Οι περίεργες πτυχές του βιβλίου σας περιλαμβάνουν και τις περιγραφές της ίντριγκας στο δικαστήριο. Η Γερμανία κείτεται σε στάχτες, κι όμως οι παλαδίνοι μάχονται για εξουσία και επιρροή.

ΚΕΡΣΟ: Κι αυτό επίσης εξηγεί την επίμονη αντοχή του συστήματος. Η αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ εκείνων που μετείχαν στην ηγεσία δεν επέτρεπε να σχηματιστούν φράξιες στο εσωτερικό της δομής της εξουσίας, κάτι που θα μπορούσε να αποδειχτεί επικίνδυνο για τον Χίτλερ. Στην καλύτερη περίπτωση υπήρξαν βραχύβιες συμμαχίες, που διαλύθηκαν σε σύντομο διάστημα, όταν κάποιος ανακάλυπτε κάποιο πλεονέκτημα, όπως συνέβη ανάμεσα στον Γκαίμπελς και τον Σπέερ.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Περιγράφετε τον Σπέερ ως το πιο αινιγματικό πρόσωπο στον κύκλο του δικτάτορα. Τι έκανε έναν τόσο έξυπνο και τόσο ρεαλιστή άνθρωπο να επιμείνει ως το τέλος;

ΚΕΡΣΟ: Μια άσβεστη φιλοδοξία, και ασφαλώς η πίστη στον Χίτλερ και την αποστολή, επίσης. Ο Σπέερ παραμένει, ως σήμερα, ένα αίνιγμα για εμένα. Κανείς δεν είχε καλύτερη αντίληψη από εκείνον για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το Ράιχ, παραταύτα τον Μάρτιο συνέταξε ένα υπόμνημα, στο οποίο σύστηνε την συνέχιση του πολέμου στον Ρήνο και στον Όντερ. Φυσικά, παραμέλησε να το αναφέρει αυτό στα απομνημονεύματά του.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Γράφετε ότι η πολεμική βιομηχανία της Γερμανίας παρήγαγε τον μεγαλύτερο όγκο όπλων τον Δεκέμβριο του 1944, παρά τους καταστροφικούς βομβαρδισμούς που υφίστατο.

ΚΕΡΣΟ: Χωρίς την ικανότητα του Σπέερ να διατηρεί την παραγωγή όπλων κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες, ο πόλεμος θα μπορούσε να έχει τελειώσει πολύ νωρίτερα. Μέχρι την Επίθεση των Αρδενών, αυτός και οι άνθρωποί του έκαναν πραγματικά θαύματα όσον αφορά την παραγωγή πυρομαχικών. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να θέσουμε αυτό το ζήτημα.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Αν οι συνωμότες της 20ης Ιουλίου είχαν επιτύχει με την βόμβα εναντίον του Χίτλερ, ο πόλεμος θα μπορούσε να έχει τερματιστεί τουλάχιστον ως το φθινόπωρο του 1944. Ως ιστορικός, θα επιθυμούσατε να έχει σκοτωθεί ο Χίτλερ εκείνη την ημέρα, ή είσαστε ικανοποιημένος που η απόπειρα δολοφονίας απέτυχε;

ΚΕΡΣΟ: Έχω κι εγώ αναρωτηθεί συχνά γι’αυτό το θέμα. Όταν κάποιος γράφει γι’αυτά τα πράγματα, εύχεται μέσα του να είχαν επιτύχει. Πιστεύω ότι αυτή είναι η θέση κάθε ανθρώπου που δεν έχει αιχμαλωτιστεί από τις ιδέες του ναζισμού. Το τελευταίο έτος του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, πέθαναν στην Ευρώπη τόσοι άνθρωποι, όσοι σκοτώθηκαν σε όλα τα πολεμικά μέτωπα στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Πολιτικά μιλώντας, ωστόσο, είναι ίσως ευχής έργο ότι οι συνωμότες απέτυχαν. Αλλιώς, οι ευκαιρίες για μια δημοκρατική Γερμανία θα ήσαν κατά πολύ λιγότερες.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Καθηγητά Κέρσο, σας ευχαριστώ γι’αυτή την συνέντευξη.

Η συνέντευξη δόθηκε από τον Ίαν Κέρσο (Ian Kershaw) στον Γιαν Φλαϊσχάουερ (Jan Fleischhauer). Απόδοση στα ελληνικά: Δημήτρης Κοκκώνης.

URL:

Σχετικοί σύνδεσμοι του SPIEGEL ONLINE:

Ο Άιχμαν ζητάει χάρη (29-5-1962)

Για την επέτειο της Γενοκτονίας των Εβραίων την 27η Ιανουαρίου 2016, η ισραηλινή Πολιτεία έδωσε στην δημοσιότητα την αίτηση χάριτος του Άντολφ Άιχμαν (Adolf Eichmann), που δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο από δικαστήριο της Ιερουσαλήμ το 1962. Απευθύνεται στον τότε Πρόεδρο του Ισραήλ Γιτζάκ Μπεν-Ζβί (Yitzhak Ben-Zvi). Η επιστολή με την αίτηση χάριτος απορρίφθηκε την ίδια ημέρα από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ. Η ελληνική απόδοση που επιχείρησα (και ίσως χρειάζεται κάποιες βελτιώσεις) βασίζεται στην αγγλική μετάφραση που δημοσιεύτηκε στους Τάιμς της Νέας Υόρκης την 27η Ιανουαρίου 2016.
eichmann
Να είχε δίκιο η Hannah Arendt για τον δρόμο από τον οποίο φτάνει κάποιος στο απόλυτο κακό; Που είναι ο δρόμος της αντίληψης του κακού ως «κοινώς αποδεκτού»; Και ότι ο Άιχμαν ήταν ένας μεγάλος κλόουν;

Δεν έχω πειστεί περί αυτής της θέσης της Arendt ακόμη…

Δείτε ένα απόσπασμα από την τετραετή δίκη του Άιχμαν στο Ισραήλ:

Λουΐζα Κάουτσκυ (1864-1945)

«Ήταν σε άθλια κατάσταση, η αγωνία, η μεταφορά και ύστερα από λίγες ημέρες στο στρατόπεδο σε ένα υπερπλήρη θάλαμο […] ήσαν υπερβολικά πολλά για μια ογδοντάχρονη. […] Δεν είχαμε την συνατότητα να αντικαταστήσουμε το αχυρόστρωμα με κάτι  καλύτερο, αλλά εξασφαλίστηκαν πολλές κουβέρτες για εκείνην […] ακόμη κι ένα μικρό μαξιλάρι. […] Το ζήτημα των τροφίμων ήταν δύσκολο, η κυρία Κάουτσκυ έκανε ειδική δίαιτα, δηλαδή μισό λίτρο σούπας από σιμιγδάλι ή βρώμη και ένα τρίτο λευκής φραντζόλας ψωμιού με 20 γραμμάρια μαρμελάδας τρεις φορές την εβδομάδα. […] Από μια άποψη ήταν τόσο χαρούμενη που συνάντησε τον γιο της στην Μπούνα […] αλλά εκείνος ταράχτηκε τόσο πολύ, όταν έμαθε ότι εκείνη ήταν στο Άουσβιτς. […] Στις 28 Οκτωβρίου 1944, το ιατρείο μεταφέρθηκε αλλού, κι αυτό υπήρξε το τελευταίο πλήγμα για την Λουΐζα Κάουτσκυ[…].

Δρ. Μαρί Αντελσμπέργκερ, γιατρός στο ιατρείο του Μπιρκνάου, 1946.

Stolperstein für Luise Kautsky

Αναμνηστική πλακέτα του περιφερειακού συμβουλίου Σαρλότενμπουργκ για την Λουΐζα Κάουτσκυ. Γεννήθηκε στις 11 Αυγούστου 1864 στην Βιέννη. Φυλακίστηκε στο Άουσβιτς τον Αύσουστο του 1944. Πέθανε στις 18 Ιανουαρίου 1945 στο Άουσβιτς.

Η Λουΐζα Ρονσπέργκερ ήταν κόρη ενός εβραίου ζαχαροπλάστη της Βιέννης. Δούλεψε στο εργαστήριο του πατέρα της ως τον θάνατό του. Απαρνήθηκε την ιουδαϊκή θρησκεία και έγινε σοσιαλίστρια. Το 1890 παντρεύτηκε τον Καρλ Κάουτσκυ (Karl Kautsky), τον γνωστό θεωρητικό του σοσιαλισμού, και μετακόμισε με τον σύζυγό της στην Στουτγάρδη. Απέκτησε τρεις γιους. Το 1897 οι Κάουτσκυ μετακόμισαν στο Βερολίνο, όπου ο Καρλ εργάστηκε ως εκδότης του σοσιαλδημοκρατικού περιοδικού H Νέα Εποχή (Die neue Zeit), ενώ η Λουΐζα μετέφραζε σοσιαλιστικά κείμενα από τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα ρωσικά. Η Λουΐζα γνώρισε και έγινε φίλη με την Ρόζα Λούξεμπουργκ, μάλιστα διατήρησε την φιλία μαζί της ακόμη και μετά την δημόσια ρήξη μεταξύ Λούξεμπουργκ και

https://rosaluxemburgblog.files.wordpress.com/2012/06/luxemburg-and-luise-kautsky-19-june-1905-iish.jpg?w=350&h=225

Επιστολικό δελτάριο της Ρόζας Λούξεμπουργκ προς την μητέρα του Καρλ Κάουτσκυ Μίνα, στις 19 Ιουνίου 1905. Ρόζα και Λουΐζα Κάουτσκυ είχαν βρεθεί για διακοπές στο Σανκτ Γκίλγκεν, κοντά στο Σάλτσμπουργκ. Λίγους μήνες αργότερα η Ρόζα θα βρισκόταν στην Πολωνία, επικεφαλής της εξέγερσης των Πολωνών.

Καρλ Κάουτσκυ το 1910, αλλά ποτέ δεν δέχτηκε όπως η Ρόζα το σύστημα διακυβέρνησης της σοβιετικής πολιτείας.Το 1917, η Λουΐζα Κάουτσκυ εντάχθηκε στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (USPD), προσβλέποντας σε μια προσέγγιση με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) και σε μια Συντακτική Εθνοσυνέλευση. Έγραψε στις 18 Νοεμβρίου 1918: πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πολλά που έχουν γίνει με μια αρχική βιασύνη. Μετά την δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ, η Λουΐζα δημοσίευσε τις επιστολές που έστελνε από την φυλακή και κείμενά της που απευθύνονταν στην ίδια και στος σύζυγό της Καρλ Κάουτσκυ, σε ένα αξιόλογο τόμο. Συγκέντρωσε επίσης και επιστολές της Ρόζας Λούξεμπουργκ σε άλλους παραλήπτες. Οι Κάουτσκυ μετακόμισαν το 1924 πάλι στην Βιέννη.

https://rosaluxemburgblog.files.wordpress.com/2013/09/karl-and-luise-kautsky-1902-iisg1.jpg?w=929&h=609

Ο Καρλ και η Λουΐζα Κάουτσκυ (1902).

Μετά την «ένωση» της Αυστρίας με την Γερμανία του Χίτλερ, το 1938, το ζεύγος Κάουτσκυ διέφυγε στην Πράγα και στο Άμστερνταμ. Εκεί πέθανε ο Καρλ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Ο Φέλιξ, ο μεγαλύτερος γιος των Κάουτσκυ, μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1938. Ο δεύτερος γιος τέθηκε υπό κράτηση για έξι μήνες, αλλά κατάφερε να διαφύγει και να μεταναστεύσει επίσης στις ΗΠΑ μέσω Σουηδίας. Η Λουΐζα Κάουτσκυ έμεινε με την σύζυγο και τα παιδιά του νεότερου γιου της Μπένεντικτ στο Άμστερνταμ. Ο ίδιος ο Μπένεντικτ είχε συλληφθεί στην Βιέννη τον Μάιο το 1938 και από εκεί είχε σταλεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου. Η Λουΐζα έμεινε στην Ολλανδία και μετά την εισβολή των Γερμανών το 1940 ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να διατηρήσει επαφή με τον Μπένεντικτ στο Νταχάου.

Εκεί την συνέλαβαν τον Αύγουστο του 1944, και την έστειλαν στο στρατόπεδο εξόντωσης του Άουσβιτς-Μπιρκενάου,

Birkenau gate.JPG

Η κεντρική είσοδος στο Άουβιτς ΙΙ-Μπιρκενάου.

όπου σύντομα πέθανε από τις κακουχίες. Ο Μπένεντικτ Κάουτσκυ, που φυλακίστηκε σε ένα βοηθητικό στρατόπεδο του Άουσβιτς την ίδια εποχή, κατάφερε να επιζήσει και επέστρεψε στην Βιέννη μετά την απελευθέρωση των κρατουμένων του Άουσβιτς από τους Συμμάχους. Το 1950 δημοσίευσε τις επιστολές της Ρόζας Λούξεμπουργκ που είχε συγκεντρώσει η μητέρα του.

Η γέφυρα του προαστιακού του Βερολίνου ανάμεσα στην Καντστράσε και την Φαζάνενστράσε ονομάζεται Λουΐζα Κάουτσκυ. Το  1999, το περιφερειακό συμβούλιο του Σαρλότενμπουργκ αποφάσισε να αφιερώσει μια πλακέτα στην μνήμη της Λουΐζας Κάουτσκυ στην Βiλαντστράσε αρ.  31.
Άλλωστε, η Λουΐζα Κάουτσκυ υπήρξε δημοτική σύμβουλος την περίοδο 1920 – 1921, και υποψήφια βουλευτής του USPD.
____

Παράδοση του φον Πάουλους στο Στάλινγραντ (31-1-1943)

Στις 31 Ιανουαρίου του 1943, ο διοικητής των γερμανικών δυνάμεων στο Στάλινγκραντ παραδόθηκε στον σοβιετικό στρατό. Παρά και ενάντια στην διαταγή του Χίτλερ που διέταξε, έξι ημέρες πριν, να πεθάνουν μέχρις ενός όλοι οι γερμανοί στρατιώτες και να μη παραδοθεί κανείς.

Ο Φρίντριχ φον Πάουλους (Friedrich von Paulus), 53 ετών, έλαβε μέρος στην εισβολή στην Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου 1939. Το καλοκαίρι του 1940, ο Πάουλους προήχθη σε αναπληρωτής Αρχηγός τους Γενικού Επιτελείου. Με αυτή την ιδιότητα επισκέφθηκε τον Έρβιν Ρόμελ (Erwin Rommel) στην βόρεια Αφρική, και συνέταξε μια πολύ επικριτική αναφορά για τον Ρόμελ και τον στρατό του, αλλά ο Χίτλερ δεν έδωσε καμιά συνέχεια στην αναφορά.

Κατά την προετοιμασία της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, ο Πάουλους επεσήμανε στον Χίτλερ τρεις στόχους: (α) μετά την γερμανική εισβολή, να μη επιτραπεί στον Κόκκινο Στρατό να υποχωρήσει στο εσωτερικό της Ρωσίας. (β) Για την αποτελεσματική έκβαση της εισβολής ο γερμανικός στρατός θα έπρεπε να εφαρμόσει την αρχή της περικύκλωσης, και τέλος (γ) Η κύρια επιθετική ενέργεια θα έπρεπε να γίνει βόρεια από τα Έλη Πρίπιατ, ώστε να καταληφθεί η Μόσχα.

Το καλοκαίρι του 1942 ο Πάουλους επικεφαλής 250.000 ανδρών 500 τεθωρακισμένων αρμάτων μάχης, με 7.000 όπλα και πολυβόλα, και 25.000 άλογα. Η κίνηση του γερμανικου στρατού καθυστερούσε από έλλειψη καυσίμων για τα μηχανοκίνητα, κι έτσι τον Ιούλιο διέκοψε την πορεία στο Κάλαχ. Καύσιμα και εφόδια έφτασαν μόλις στις 7 Αυγούστου 1942 και η πορεία άρχισε αμέσως. Στις επόμενες εβδομάδες οι Γερμανοί σκότωσαν περί τους 50.000 σοβιετικούς στρατιώτες, αλλά στις 18 Αυγούστου αναγκάστηκε να ξανασταματήσει  από έλλειψη καυσίμων περίπου 55 χλμ. μακριά από το Στάλινγκραντ.

Για να εξοικονομήσει καύσιμα ο Παόυλους κινήθηκε μόνον με ένα μέρος των τεθωρακισμένων, αλλά τώρα ο Κόκκινος Στρατός διενεργούσε σφοδρές επιθέσεις, και καθήλωσε τους Γερμανούς έξω από το Στάλινγκραντ Ο Πάουλους έφερε και τις υπόλοιπες γερμανικές δυνάμεις, και κύκλωσε την πόλη. Καθώς το βόρειο τμήμα του απειλήθηκε, ο γερμανικός στρατός καθυστέρησε την επίθεση ως την  7η Σεπτεμβρίου. Εντωμεταξύ η γερμανική πολεμική αεροπορία βομβάρδιζε το Στάλινγκραντ με αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς αμάχους.

Ο Χίτλερ διέταξε την άμεση κατάληψη του Στάλινγκραντ με οποιοδήποτε κόστος για τις γερμανικές δυνάμεις.  Από το ραδιόφωνο ο Χίτλερ είπε στους Γερμανούς: «Μπορείτε να είστε βέβαιο ότι κανείς δεν θα μας απωθήσει από το Στάλινγκραντ«. Στις 4 Οκτωβρίου 1942 ο Πάουλους που είχε χάσει 40.000 άνδρες από την είσοδό του στην πόλη, ζήτησε ενισχύσεις από τον Χίτλερ.

Λίγες ημέρες αργότερα 5 μεραρχίες μηχανικού και μία επιλαρχία αρμάτων έφθασαν στο Στάλινγραντ. Ο Ιωσήφ Στάλιν απάντησε με πόλεμο παρέλκυσης, και διέταξε τρεις επιπλέον στρατιές να κινηθούν σε βοήθεια της πόλης. Μολονότι οι Σοβιετικοί είχαν μεγαλύτερες απώλειες από τους Γερμανούς, εντούτοις είχαν συνολικά περισσότερους άνδρες.

Οι καταρρακτώδεις βροχές του Οκτωβρίου μετέτρεψαν τους δρόμους σε λάσπη, και ο ανεφοδιασμός της Έκτης γερμανικής Στρατιάς άρχισε να έχει προβλήματα. Στις 19 Οκτωβρίου άρχισε να χιονίζει. Εντούτοις, ο Πάουλους σημείωνε μικρή πρόοδο στην κατάληψη του Στάλινγκραντ, όπου οι Ρώσοι μάχονταν από σπίτι σε σπίτι: είχε καταλάβει περί το 90% της πόλης. Αλλά, οι στρατιώτες του άρχισαν να μη έχουν αρκετά πολεμοφόδια και τρόφιμα. Παραταύτα, ο Πάουλους διέταξε άλλη μια επίθεση στις 4 Νοεμβρίου. Τις επόμενες 2 ημέρες ο γερμανικός στρατός είχε σημαντικές απώλειες, και το Κόκκινος Στρατός άρχισε αντεπίθεση. Ο Πάουλους αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί νότια, αλλά τότε ήρθε εντολή από τον Χίτλερ να εξακολουθήσει την επίθεση, παρά τον κίνδυνο να περικυκλωθούν οι γερμανοί στρατιώτες. Ο Χίτλερ διαβεβαίωνε ότι η πολεμική αεροπορία θα αναλάμβανε τον ανεφοδιασμό.

Αξιωματικοί του Πάουλους αντέτειναν ότι η αεροπορία δεν θα μπορούσε να τους ανεφοδιάσει επαρκώς. Όλοι πρότειναν αναδίπλωση και υποχώρηση, προτού ο Κόκκινος Στρατός εδραιωθεί σε προωθημένες θέσεις. Ο Χανς Χούμπε είπε στον Πάουλους ότι μια έξοδος ήταν η μόνη σωστή επιλογή για τους Γερμανούς, αλλά ο Πάουλους του απάντησε ότι πρέπει να υπακούσει στις εντολές του Χίτλερ.

Όλον τον Δεκέμβριο η Λουφτβάφε έρριχνε καθημερινά 70 τόνους εφοδίων. Ο περικυκλωμένος γερμανικός στρατός χρειαζόταν 300 τόνους ημερησίως. Οι στρατιώτες άρχισαν να παίρνουν το ένα τρίτο της κανονικής μερίδας, έτσι άρχισαν να σκοτώνουν και να τρώνε τα άλογά τους. Στις 7 Δεκεμβρίου, σε κάθε 2ο άνδρες της Έκτης Στρατιάς αντιστοιχούσε ένα καρβέλι ψωμί.

Ο Χίτλερ αντιλήφθηκε ότι έχανε την Έκτη Στρατιά, και διέταξε τον στρατάρχη Έριχ ωον Μανστάιν (Erich von Manstein) και την 4η μηχανοκίνητη στρατιά να αρχίσουν επιχείρηση σωτηρίας. Ο Μανστάιν εμποδίστηκε να ενωθεί με την Έκτη Στρατιά 50 χιλιόμετρα πριν το Στάλινγκραντ, καθώς ο Κόκκινος Στρατός τον καθήλωσε με συνεχή πυρά. Στις 27 Δεκεμβρίου 1942, ο Μανστάιν αποφάσισε να υποχωρήσει, καθώς αντιμετώπιζε τον κίνδυνο περικύκλωσης από τους Ρώσους.

Στο Στάλινγκραντ τον τελευταίο μήνα είχαν σκοτωθεί 28.000 γερμανοί στρατιώτες. Καθώς είχαν μείνει ελάχιστα τρόφιμα, ο Πάουλους έδωσε την εντολή να πάψουν να τρέφονται οι 12.000 τραυματίες. Δελτίο τροφίμων μπορούσαν να έχουν μόνον όσοι πολεμούσαν. Ο Έριχ φον Μανστάιν έδωσε στον Πάουλους την εντολή να επιχειρήσει μαζική έξοδο από την πόλη του Στάλινγκραντ, αλλά οι Γερμανοί που βρίσκονταν μέσα στην πόλη ήταν πολύ αδύναμοι για κάτι τέτοιο.

Στις 3ο Ιανουαρίου 1943, ο Χίτλερ προήγαγε τον Πάουλους σε στρατάρχη και του έστειλε μήνυμα ότι κανένας γερμανός στρατάρχης δεν αιχμαλωτίστηκε ποτέ. Ο Χίτλερ υποδείκνυε έτσι στον Πάουλους να αυτοκτονήσει, αλλά εκείνος απέρριψε την ιδέα του φύρερ, και την επόμενη ημέρα παραδόθηκε στους Σοβιετικούς του Κόκκινου Στρατού. Ο τελευταίος Γερμανός παραδόθηκε στις 2 Φεβρουαρίου.

Η μάχη του Στάλινγκραντ είχε τελειώσει. Αιχμαλωτίστηκαν περισσότεροι από 91.000 άνδρες και 150.000 πέθαναν κατά την διάρκεια της πολιορκίας. Οι γερμανοί αιχμάλωτοι αναγκάστηκαν να πάνε με τα πόδια στην Σιβηρία. Περίπου 45.000 πέθαναν σ’ αυτήν την πορεία, και μόνον  7.000 επιβίωσαν μετά από την λήξη του πολέμου.

Ο Πάουλους φυλακίστηκε, και αρχικά αρνήθηκε να συνεργαστεί με τους Σοβιετικούς. Αλλά, όταν ανακάλυψε ότι οι φίλοι του Έριχ Χέπνερ (Erich Hoepner) και Έρβιν φον Βιτζλέμπεν (Erwin von Witzleben) εκτελέστηκαν μετά την Συνωμοσία του Ιουλίου, συμφώνησε να κάνει αντιναζιστικές ραδιοφωνικές εκπομπές. Σ’ αυτές καλούσε γερμανούς αξιωματικούς να εγκαταλείψουν τον Χίτλερ και να τον παρακούσουν. Ο Χίτλερ διέταξε να συλληφθεί και να φυλακιστεί όλη η οικογένεια του φον Πάουλους.

Το 1946 ο Πάουλους κατέθεσε στην Δίκη της Νυρεμβέργης ως μάρτυρας κατηγορίας. Μολονίτι παραδέχτηκε ότι ήταν ένοχος εγκλημάτων κατά την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης αρνήθηκε να ενοχοποιήσει τους Άλφρεντ Γιόντι (Alfred Jodl) και Βίλχελμ Καϊτέλ (Wilhelm Keitel). Ο Πάουλους παρέμεινε φυλακισμένος στην Σοβιετική Ένωση ως το 1953, οπότε αποφυλακίστηκε. Εγκαταστάθηκε στην Δρέσδη της Ανατολικής Γερμανίας, όπου εργάστηκε ως επιθεωρητής της Λαϊκής Αστυνομίας. Πέθανε την 1η Φεβρουαρίου  1957.

(1) Αξιολόγηση του στρατιωτικού Φρίντριχ φον Πάουλους το 1927.

Πασχίζει για την αποφυγή δημιουργίας εχθρών. Είναι αργός, αλλά μεθοδικός. Φανερώνει ικανότητες τακτικής, μολονότι τείνει να δαπανά πολύ χρόνο για την εκτίμηση της κατάστασης.

(2) Samuel W. Mitcham: Hitler’s Field Marshals. 1988.

Δύσκολα φανταζόμαστε στρατηγό λιγότερο κατάλληλο για την αρχιστρατηγία από τον Φρίντριχ φον Πάουλους το 1942. Πράγματι ήταν σταθερός, τεχνικώς άριστος επιτελικός αξιωματικός, αλλά ποτέ δεν είχε αναλάβει την διοίκηση μονάδας μεγαλύτερης από ένα πειραματικό μηχανοκίνητο τάγμα. Ήταν από τα νύχια ως την κορφή ένας αξιωματικός επιτελείου. Υψηλός, αδύνατος και σχολαστικός, φορούσε κατά κανόνα γάντια καθώς μισούσε την βρωμιά. Έκανε λουτρό και άλλαζε ρούχα δύο φορές την ημέρα, και ορισμένοι πιο μάχιμοι συνάδελφοί του τον ονόμαζαν σαρκαστικά  «ο Ευγενής Κύριος» και «ο Κομψότερος Κύριός μας». Ακόμη χειρότερα του έλειπε η αποφασιστικότητα, ενώείχε  πείσει τον εαυτό του ότι ο Χίτλερ ήταν μια αλάνθαστη στρατιωτική μεγαλοφυΐα — ένας μοιραίος συνδυασμός.

(3) Τον χειμώνα του 1942 ανατέθηκε στον στρατηγό Γκίντερ Μπλούμεντριτ (Guenther Blumentritt) να επισκεφτεί το Ανατολικό Μέτωπο. Ο Χίτλερ απέρριψε την αναφορά του Μπλούμεντριτ για υποχώρηση από το Στάλινγκραντ.

Πέρασα 10 ημέρες σ’ εκείνον τον τομέα, και ύστερα από την επιστροφή μου συνέταξα μια αναφορά για το πόσο ανασφαλές ήταν να διατηρούμε ένα τόσο μακρό αμυντικό μέτωπο στην διάρκεια του χειμώνα. Οι ατμομηχανές σταματούσαν 200 χιλιόμετρα πίσω από την γραμμή του μετώπου, και η επίπεδη, αποψιλωμένη μορφολογία της χώρας σήμαινε ότι υπήρχε ελάχιστη ξυλεία για την εκτέλεση αμυντικών έργων. Οι διαθέσιμες γερμανικές μεραρχίες κρατούσαν γραμμές των 50 – 60 χιλιομέτρων. Δεν υπήρχαν κατάλληλα χαρακώματα ή σταθερές θέσεις. Ο στρατηγός Χάλντερ (Halder) αποδέχθηκε αυτήν την αναφορά και πρότεινε να διακοπεί η επίθεσή μας, με δεδομένη την αυξανόμενη αντίσταση που προβαλλόταν και τα εντεινόμενα σημεία κινδύνου από το εκτεταμένο μέτωπο. Αλλά ο Χίτλερ δεν άκουγε τίποτε. Ως τον Σεπτέμβριο η ένταση μεταξύ του φύρερ και του Χάλντερ αυξανόταν, και οι διαξιφισμοί τους έγιναν σκληρότεροι. Ήταν μια διαφωτιστική εμπειρία να βλέπει κάποιος τον Χίτλερ να συζητάει σχέδια με τον Χάλντερ. Ο φύρερ συνήθιζε να κινεί με μεγάλες κινήσεις τα χέρια του πάνω από τον χάρτη — «Επιτεθείτε εδώ, επιτεθείτε εκεί». Όλα ήσαν αόριστα και άσχετα από τις πρακτικές δυσκολίες. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι θα ήθελε, αν μπορούσε, να απολύσει όλο το Γενικό Επιτελείο, με μια πλατιά κίνηση των χεριών του. Αισθανόταν ότι αποδέχονταν μόνον με μισή καρδιά τις ιδέες του. Εντέλει, ο στρατηγός Χάλντερ κατέστησε σαφές ότι αρνιόταν να αναλάβει την ευθύνη για την εξακολούθηση της επιθετικής προέλασης με τον χειμώνα να πλησιάζει. Αποπέμφθηκε στο τέλος Σεπτεμβρίου, και αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Τσάιτσλερ (Zeitzler) – τον τότε Επιτελάρχη του Στρατάρχη φον Ρούντστεντ (Rundstedt) στο Δυτικό Μέτωπο. Εμένα, με έστειλαν Δυτικά, να αναλάβω την θέση του Τσάτσλερ.

(4) Φρίντριχ Πάουλους: τηλεγραφικό μήνυμα στον Αδόλφο Χίτλερ (24 Ιανουαρίου 1943)

Στρατεύματα χωρίς πολεμοφόδια ή τροφή. Αποτελεσματική διοίκηση όχι πλέον δυνατή. 18.000 τραυματίες χωρίς εφόδια, ιματισμό, φάρμακα. Περαιτέρω άμυνα άνευ νοήματος. Αναπόφευκτη κατάρρευση. Στρατός ζητεί άμεση άδεια παραδόσεως, ώστε σωθεί ζωή υπολοίπων ανδρών.

(5) Αδόλφος Χίτλερ: τηλεγράφημα στον Φρίντριχ Πάουλους (24 Ιανουαρίου 1943)

Παράδοση απαγορεύεται. Έκτη Στρατιά θα κρατήσει θέσεις έως τελευταίου ανδρός και τελευταίας μάχης και από την ηρωική στάση τους συνεισφέρει αλησμόνητο τρόπο στην ίδρυση αμυντικού μετώπου και σωτηρία Δυτικού κόσμου.

(6) Φρίντριχ Πάουλους:  τηλεγράφημα στον Αδόλφο Χίτλερ (31 Ιανουαρίου 1943)

Έκτη Στρατιά, πιστή σε όρκο και συνείδηση μεγάλη σημασίας αποστολής της, κράτησαν θέσεις έως τελευταίου ανδρός και τελικής μάχης για τον Φύρερ και την Πατρίδα ως το τέλος.

(7) Γερμανικά στενογραφημένα πρακτικά όσων είπε ο Αδόλφος Χίτλερ σε συνάντηση με τους στρατηγούς του την 1η Φεβρουαρίου 1943.

Θα φθάσει στην Μόσχα – και σκεφτείτε την ποντικοπαγίδα εκεί. Εκεί θα υπογράψει οτιδήποτε. Θα κάνει ομολογίες, διακηρύξεις – θα δείτε. Τότε θα κατεβούν την πλαγιά της πνευματικής χρεοκοπίας ως το χαμηλότερο βάθος. Θα δείτε —  θα πάρει μια εβδομάδα το πολύ ωσότου ο Σέιλιτς (Seydlitz) και ο Σμιτ (Schmidt), ακόμη κι ο Πάουλους,  καταλάβουν το ραδιομέγαρο. Θα μπουν στην Λιουμπλιάνκα [αρχηγείο KGB και φυλακή στην Μόσχα], κι εκεί θα τους φάνε τα ποντίκια. Πώς μπορούν να είναι τόσο δειλοί; Δεν το καταλαβαίνω. Τι είναι η Ζωή; Η Ζωή είναι το Έθνος. Το άτομο πρέπει να πεθάνει άμεσα. Πέρα από την ζωή του ατόμου βρίσκεται το Έθνος. Αλλά, πώς μπορεί να φοβάται κάποιος αυτή την στιγμή του θανάτου, με τον οποίο μπορεί να ελευθερωθεί από αυτήν την μιζέρια, αν το καθήκον του δεν τον δένει με αυτήν την Κοιλάδα των Δακρύων. Τόσοι άνθρωποι έχουν πεθάνει, και ξάφνου ένας τέτοιος άνθρωπος αμαυρώνει την τελευταία στιγμή τον ηρωισμό τόσο πολλών άλλων. Θα μπορούσε να ελευθερώσει τον εαυτό του από όλη τη λύπη και να ανέλθει στην αιωνιότητα και την εθνική αθανασία, αλλά εκείνος επιλέγει να πάει στην Μόσχα! Ό,τι με πληγώνει περισσότερο, προσωπικά, είναι ότι τον προήγαγα σε στρατάρχη. Θέλησα να του δώσω αυτήν την τελευταία ευχαρίστηση. Αυτός είναι ο τελευταίος στρατάρχης που θα διορίσω σ’αυτόν τον πόλεμο.

(8) Επίσημη γερμανική ραδιοφωνική εκπομπή στις 3 Φεβρουαρίου 1943.

Η μάχη του Στάλινγκραντ τελείωσε. Πιστοί στον όρκο τους να πολεμήσουν μέχρι την τελευταία τους πνοή, οι άντρες της Έκτης Στρατιάς υπό την άψογη ηγεσία του Στρατάρχη Πάουλους νικήθηκαν από τις υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού και από τις αντίξοες περιστάσεις που αντιμετώπισαν οι δυνάμεις μας.

(9) Edward Heath: The Course of My Life. 1988.

Ενόσω ήμουν στο δικαστήριο, οι Ρώσοι παρουσίασαν ως μάρτυρα κατηγορίας τον Στρατάρχη φον Πάουλους, που υπήρξε διοικητής της Έκτης Γερμανικής Στρατιάς στο Στάλινγκραντ. Ψηλός, και πλέον ελαφρώς σκυφτός, διηγήθηκε με ήρεμη φωνή την ιστορία της επίθεσης εναντίον της Ρωσίας’ πώς σχεδιάστηκε, τις διαταγές που δόθηκαν για την μεταχείριση του ρωσικού λαού και, τελικώς, για την ήττα και την αιχμαλωσία του στρατού του. Εξετάσθηκε από τα μέλη όλων των κατηγορουσών αρχών. Αισθάνθηκα ιδιαιτέρως υπερήφανος για την επιδεξιότητα με την οποία η βρετανική ομάδα, υπό τον Ντέιβιντ Μάξγουελ Φάιφ, λόρδο του Κίλμιουιρ, έκανε τη δουλειά της, και όλοι παρατηρούσαμε τα πρόσωπα στα έδρανα των κατηγορουμένων καθώς ξεδιπλωνόταν η εφιαλτική διήγηση. Σκεφτόμουν όλα τα σχέδια επίθεσης και κατοχής που αποκαλύπτονταν’ τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης  — τα συρρικνωμένα κεφάλια των στραγγαλισμένων Πολωνών και τα διάστικτα ανθρώπινα δέρματα σε αμπαζούρ για λαμπατέρ που είχα δει ανάμεσα σε άλλα αντικείμενα στην αίθουσα πειστηρίων  — και την καταναγκαστική εργασία’ για τις χιλιάδες εκτοπισμένων ανθρώπων από κάθε ευρωπαϊκή χώρα που βρίσκονταν σκορπισμένοι σ’ όλη την ήπειρο αναζητώντας απελπισμένα ένα σπίτι’ κι εκείνους τους πρόχειρους τάφους που είχαμε αφήσει πίσω μας καθώς κινούμασταν από την Νορμανδία στην Βαλτική.  Ο νους μου πήγε ακόμη πιο πίσω, στο απόγευμα της 3ης Σεπτεμβρίου 1939, όταν ο Νέβιλ Τσάμπερλεν ( Neville Chamberlain) απευθύνθηκε στο έθνος από το ραδιόφωνο και προειδοποίησε ότι «Ενάντια στο κακό θα πολεμήσουμε — την ωμή βία, την κακοπιστία, την αδικία, την καταπίεση και τους διωγμούς– κι ενάντια σ’ αυτά είμαι βέβαιος ότι το δίκαιο θα επικρατήσει.».

Φως στο μυστήριο του εβραϊκού χρυσού

Το ζήτημα των πολεμικών επανορθώσεων για τις λεηλασίες κατά την ναζιστική κατοχή της Ελλάδος: Η περίπτωση του νομισματικού χρυσού των ΕβραίωνΣτον αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας Κωνστανίνο Μαγκλιβέρα ανέθεσε, όχι κάποια αρχή της ελληνικής πολιτείας δυστυχώς, αλλά το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδας, την διερεύνηση της πληροφορίας ότι η ισραηλιτκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης πλήρωσε ως λύτρα στον τότε Γερμανό διοικητή της πόλης, τον περιβόητο Μαξ Μέρτεν χιλιάδες χρυσές λίρες. Η έρευνα του Κωνσταντίνου Μαγκλιβέρα άρχισε το 1997, τυπώθηκε κατ’αρχάς στα ελληνικά και αργότερα (25 Ιανουαρίου 2010) και στα ελληνικά. Μια σύντομη αναφορά γίνεται στα ΝΕΑ της 20ής Ιανουαρίου 2010: «Φως στο μυστήριο του εβραϊκού χρυσού» (βλ. και ανακοίνωση ΑΠΕ).

Η αξία των λύτρων, όπως εκτιμάται από τις δηλώσεις των επιζησάντων (μόνον 1.100 επέστρεψαν μετά από τον πόλεμο) και των συγγενών τους, ανέρχεται σε 1.700.000 χρυσές αγγλικές λίρες.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει, θαρρώ, ο τρόπος που ο Μαξ Μέρτεν και οι υπόλοιποι των αρχών Κατοχής  όχι απλώς πλούτιζαν τον εαυτό τους και την Ράιχσμπανκ, αλλά και διέφθειραν την κοινωνία στην κατακτημένη χώρα. Παραθέτω:

«Οι Γερμανοί έβγαζαν διαταγή και υποχρέωναν τα κατακτημένα κράτη να ψηφίζουν αντίστοιχο νόμο. Την ακίνητη περιουσία των Εβραίων την εκχωρούσαν στα κράτη, καθιστώντας τα κατά κάποιο τρόπο συνενόχους. Βόλευε τους πάντες», λέει ο Κώστας Μαγκλιβέρας. «Το ίδιο έγινε και εδώ. Διορίστηκαν μεσεγγυούχοι που διαχειρίζονταν τα ακίνητα, που μετά τον πόλεμο ζητήθηκε να λογοδοτήσουν επί ποινή φυλάκισης. Η λογοδοσία, όμως, απέτυχε. Δεν μεταβιβάστηκαν μόνο σπίτια, αλλά και επιχειρήσεις, κινηματογράφοι, βιομηχανίες. Έγινε όργιο με την περιουσία των Εβραίων. Κάποια στιγμή πρέπει να γίνει εργασία για τον τρόπο που έδρασε το Γ΄ Ράιχ στην Ελλάδα, πώς κατέστρεψε ένα κράτος και οικονομικά και ηθικά. Την ηθική διάβρωση μέσω του χαφιεδισμού και της χρυσοφιλίας τη ζούμε μέχρι σήμερα. Αλλά ακόμη και η πείνα ήρθε βάσει σχεδίου».

Κωνσταντίνος Μαγκλιβέρας: Το ζήτημα των πολεμικών επανορθώσεων για τις λεηλασίες κατά τη Ναζιστική Κατοχή της Ελλάδος. Η περίπτωση του νομισματικού χρυσού των Εβραίων, Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος, 2009.

Η ελληνική πολιτεία όφειλε και οφείλει να διεκδικήσει ό,τι είναι νόμιμο και έχει διεκδικηθεί από θύματα της γερμανικής ναζιστικής θηριωδίας είτε τα θύματα είναι Έλληνες χριστιανοί (π.χ. Χορτιάτης, Κάνδανος, Καλάβρυτα, Δίστομο) είτε είναι Έλληνες εβραίοι (της Θεσσαλονίκης, των Ιωαννίνων, της Αθήνας, κλπ.)

Τέτοιο είναι το καθήκον όχι απλώς για την υλική αποκατάσταση των θυμάτων και των συγγενών τους ούτε μόνον για την ικανοποίηση του αισθήματος δικαίου, αλλά πρωτίστως και κυρίως για την επαναφορά στην μνήμη των πολιτών της Ελλάδας, της Γερμανίας και του κόσμου όλου, προς παραδειγματισμό διά της αποτροπής.

Βέβαια, η ογκώδης έρευνα των Γερμανών ιστορικών (βλ. προηγούμενο σημείωμα) κατά παραγγελία του τότε ΥΠ.ΕΞ. της Γερμανίας Γιόσκα Φίσερ και μόνον για τους χιτλερικούς διπλωματικούς υπαλλήλους στην τότε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ενδέχεται να ξεπερνά σε μεθοδολογική ποιότητα την έρευνα του Έλληνα ομολόγου τους, αλλά τίποτε δεν μειώνει τον έπαινο προς τον Κώστα Μαγκλιβέρα: εργάστηκε με μικρότερους πόρους (οικονομικούς, ανθρώπινους και αρχειακούς) σε ένα περιβάλλον που αν δεν ήταν περισσότερο τουλάχιστον ήταν εξίσου εχθρικό με αυτό της Γερμανίας. Και δεν εννοώ μόνον την παρέμβαση του Υπουργού Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Σημίτη για το πάγωμα της εφαρμογής ελληνικού δικαστηρίου για την συντηρητική κατάσχεση της ακίνητης γερμανικής περιουσίας στην Ελλάδα ως το ύψος των οφειλόμενων αποζημιώσεων στους κατοίκους του Διστόμου. Εννοώ και την μακρά πολιτική παράδοση που δημιούργησε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, όταν απήλλαξε τον Μαξιμίλιαν Μέρτεν, αρχηγό των κατοχικών δυνάμεων στην Θεσσαλονίκη (1941-1944) και τους Έλληνες συνεργάτες του, προτού καλά-καλά αρχίσει η εκδίκαση στο αρμόδιο ελληνικό δικαστήριο («Περί αναστολής διώξεων εγκληματιών πολέμου», 1959). Τότε ειπώθηκε ότι η απόφαση του Κ. Καραμανλή ελήφθη κατόπιν συνεννοήσεως με τον Γερμανό καγκελάριο, με δύο ανταλλάγματα, το ένα πιο οδυνηρό από το άλλο: πολιτική στήριξη της ελληνικής από την δυτικογερμανική κυβέρνηση (σε τι ακριβώς είναι μια μεγάλη ιστορία), και την απορρόφηση Ελλήνων μεταναστών, που είτε δεν είχαν δουλειά είτε τελούσαν υπό δίωξη για τα πολιτικά τους φρονήματα.

Με αίμα Ελλήνων χριστιανών και εβραίων μοιάζει να είναι πληρωμένη η συγκάλυψη των ευθυνών των ναζί και των συνεργατών τους στην γερμανοκρατούμενη Ελλάδα. Άλλωστε δεν είμαστε η χώρα με τον μικρότερο αριθμό εκτελέσεων (6) ναζιστών σε όλη την Ευρώπη;

Για την Ιστορία, λοιπόν, και όχι μόνον, η υπόθεση πρέπει να μείνει ανοιχτή. Και, απ’ ότι φαίνεται η Πανελλήνια Ένωση Δικηγόρων για τις Γερμανικές αποζημιώσεις ξεκινά συλλογή στοιχείων, αρχικώς από την Πάτρα, και την ευρύτερη περιοχή της Αχαΐας. Ας είναι αυτή η αρχή. Ας περιμένουν λίγο ακόμη η Θεσσαλονίκη και τα Γιάννενα.

Ευτυχώς στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μόνον σταρ της Ιστορίας και των ΜΜΕ του τύπου της Μαρίας Ρεπούση, ή της συνεργάτιδός της Χριστίνας Κουλούρη, αλλά και νομικοί ως ιστορικοί ερευνητές σαν τον Κωνσταντίνο Μαγκλιβέρα.

Δεν μπορεί, θα υπάρχουν και άλλοι σαν αυτόν! Ας καταπιαστούν με την σύγχρονη ελληνική Ιστορία — το έχουμε ανάγκη, αν είναι να κάνουμε μια καλύτερη νέα αρχή ως κοινωνία και ως πολιτεία.

Πότε παραδόθηκαν οι Γερμανοί τον Μάιο του 1945;

Berlin Surrender 1945

O Εντ Κένεντι (Ed Kennedy) υπήρξε ένας από τους 17 ανταποκριτές που έγιναν μάρτυρες της επίσημηε παράδοσης των γερμανικών στρατευμάτων στους Συμμάχους, στις 02:41 της 7ης Μαΐου 1945.

Οι αμερικανοί σρατιωτικοί ηγέτες ζήτησαν επί όρκω την σιωπή της ομάδας των ανταποκριτών ως τις 15:00 της 8ης Μαΐου – δηλαδή 36 ώρες αργότερα.

Αλλά, όταν ο Εντ Κένεντι άκουσε το γερμανικό ραδιόφωνο να ανακοινώνει την παράδοση στις 14:41 της 7ης, προχώρησε στην μετάδοση της είδησης μία ώρα αργότερα – μία ημέρα πριν από τους άλλους ανταποκριτές.

Δημοφιλία Ναζί μεταξύ των Γερμανών του 1952

Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ιουλίου του 1952, ένα 25%  των Γερμανών ακόμη σκεφτόταν με θετικό τρόπο τον Χίτλερ, και μόνον το 47% δήλωνε ότι δεν εενέκρινε την πολιτική του! Στο απόσπασμα που ακολουθεί έχουμε τις αντιδράσεις του Ντένιτζ και του Σπέερ μερικούς μήνες αργότερα, όταν, φυλακισμένοι στο Σπαντάου με απόφαση του Στρατοδικείου της Νυερμβέργης, πληροφορούνται τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης που αφορά έμμεσα το μέλλον τους.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ιουλίου του 1952, ένα 25% των Γερμανών ακόμη σκεφτόταν με θετικό τρόπο τον Χίτλερ, και μόνον το 47% δήλωνε ότι δεν εενέκρινε την πολιτική του! Στο απόσπασμα που ακολουθεί έχουμε τις αντιδράσεις του Ντένιτζ και του Σπέερ μερικούς μήνες αργότερα, όταν, φυλακισμένοι στο Σπαντάου με απόφαση του Στρατοδικείου της Νυερμβέργης, πληροφορούνται τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης που αφορά έμμεσα το μέλλον τους.

11 Απριλίου 1953. Από ένα λαθραίο σημείωμα του γαμπρού του ο Ντένιτζ (Doenitz) έμαθε τα αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης [του Ιουλίου του 1952] . . . Ο ίδιος βρίσκεται στην κεφαλή του καταλόγου με πρώην εξέχουσες προσωπικότητες [δηλ. παλαιών ηγετών των Ναζί], για τους οποίους οι Γερμανοί έχουν ακόμη καλή γνώμη. Ο Ντένιτζ έχει 46%·  ακολουθείται κατά πόδας από τον Σαχτ (Schacht) με 42%, ο Γκέρινγκ (Goering) με 37%, εγώ με 30%, και ο Χίτλερ με 24%. Ο Σίραχ (Schirach) και ο Χες (Hess) υστερούν με 22%. To 7% έχουν κακή γνώμη για τον Ντένιτζ, 9%  για ‘μένα, 10% για τον Σαχτ, 29% για τον Σίραχ και τον Χες, 36% για τον Γκέρινγκ και 47% για τον Χίτλερ. «Αφού ο γερμανικός λαός με αγαπά στα τρίσβαθα της καρδιάς του, σύντομα θα βγω έξω», παρατήρησε ικανοποιημένος ο Ντένιτζ, έτσι όπως στεκόταν δίπλα μου και έπλενε τα χέρια του. Μολαταύτα, το γράμμα δεν έδωσε καμιάν ευχαρίστηση στον Ντένιτζ, επειδή ο γαμπρός του ασυγχώρητος διέδωσε ότι [ο πεθερός του] είναι τώρα τόσο δημοφιλής όσο υπήρξε και ο Ρόμελ (Rommel). Σε έναν τόνο οξείας απέχθειας, ο Ντένιτζ σχολίασε ότι ο Ρόμελ δεν τίποτε παραπάνω από έναν ήρωα κατασκευασμένο από την προπαγάνδα, λόγω του ότι είχε λάβει μέρος στην συνωμοσία της 20ής Ιουλίου. Ύστερα ο Ντένιτζ απομακρύνθηκε αγέρωχος.

Albert Speer: Spandau. The Secret Diaries (1976)

Για τους λόγους που οι γερμανοί πολίτες ψήφισαν μαζικά τον Χίτλερ το 1933, επιχείρησα μια αναφορά. Τώρα, το γιατί ο γερμανικός λαός συνέχισε να υποστηρίζει τον Χίτλερ κατά τη διάρκεια του πολέμου υπάρχουν μια σειρά απαντήσεις: η πολιτική των Συμμάχων (ΗΠΑ, Αγγλία, ΕΣΣΔ, Γαλλία) για «άνευ όρων παράδοση» δεν άφηνε πολλά περιθώρια στους Γερμανούς. Από την άλλη, ο Χίτλερ πίστευε ακράδαντα ότι οι Σύμμαχοι, αν νικούσαν, θα έκαναν στην Γερμανία ό,τι ο ίδιος θα έκανε στους Συμμάχους αν τους νικούσε: θα την εξαφάνιζαν από προσώπου γης για πολλές δεκαετίες. Η ναζιστική προπαγάνδα αξιοποίησε για τους σκοπούς της το αίτημα των Συμμάχων για «άνευ όρων παράδοση». Το ίδιο έκανε και μεταδίδοντας ειδήσεις περί σφαγών, λεηλασιών και βιασμών στο τμήμα της Γερμανίας που είχε καταληφθεί από τον Ερυθρό Στρατό της ΕΣΣΔ. Έτσι, οι Γερμανοί εξακολούθησαν να στηρίζουν τους Ναζί και τον Χίτλερ μέχρι την τελική πτώση του Βερολίνου στις 8/9 Μαΐου 1945.

ΥΓ. Α, και μη το ξεχάσω: μη πει κανείς ότι οι Έλληνες μαθητές δεν ξέρουν τίποτε από Ιστορία, γιατί δείτε τι ξέρουν οι Γερμανοί συνομήλικοί τους — λίγο λιγότερα κι από τους ανθρώπους του 1952:

Μνημείο για τους 11 σοβιετικούς ποδοσφαιριστές έξω από το στάδιο της Ζενίτ (1971)

«Έντεκα ποδοσφαιριστές της Ντιναμό Κιέβου, εκτελέστηκαν το 1942, μετά τον ποδοσφαιρικό αγώνα με επίλεκτη ομάδα της Βέρμαχτ, γιατί δεν κάθισαν να χάσουν…

Τριάντα εννιά χρόνια μετά η αυταπάρνηση των 11 αυτών ποδοσφαιριστών, έδωσε τροφή για να γίνει μια από τις γνωστότερες ταινίες του κινηματογράφου, με κάποιες αλλαγές φυσικά στο σενάριο. Στην ταινία του 1981, «Η Μεγάλη απόδραση των 11», μια ομάδα αιχμαλώτων πολέμου, σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, στα σύνορα με τη Γαλλία, καλείται να αντιμετωπίσει μια Γερμανική ομάδα σε ένα προπαγανδιστικό, υπέρ των Ναζί, ποδοσφαιρικό αγώνα. Οι αιχμάλωτοι δεν παίζουν το παιχνιδάκι των Γερμανών και δεν τους χαρίζονται»… Περισσότερα από τον Βενιζέλο Λεβεντογιάννη>>

Αρνήθηκαν να χαιρετήσουν ναζιστικά οι Ουκρανοί — προοικονομώντας έτσι και την εξέλιξη του αγώνα και το τέλος του


Εκλογές στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης

Η Οικονομική Κρίση του 1929 και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης καταστράφηκε από το Κραχ της Γουόλ Στριτ τον Οκτώβριο του 1929 και από την μεγάλη Οικονομική Κρίση που επακολούθησε. Το κραχ είχε καταστροφικό αποτέλεσμα στην οικονομία των ΗΠΑ, αλλά επειδή ακριβώς οι ΗΠΑ συνέβαλαν στην συγκρότηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης με τεράστια δάνεια από το 1924 (Σχέδιο Dawes) και το 1929 (Σχέδιο Young), όσα συνέβησαν στην οικονομία των ΗΠΑ είχαν άμεσο αντίκτυπο στην οικονομία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Σύμφωνα με τα δύο σχέδια, αμερικανικό χρήμα έρευσε στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης, με στόχο να ενισχύσει την οικονομία της Γερμανίας που υφίστατο τις συνέπειες της ήττας της στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο – ειδικά μετά από τα φαινόμενα υπερ-πληθωρισμού το 1923. Μετά το κραχ στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, οι Αμερικανοί χρειάζονταν πίσω τα κεφάλαια που είχαν δανείσει στην Γερμανία, για να ενισχύσουν την αποσυντιθέμενη αμεριανική οικονομία.

Ο γερμανός πρωθυπουργός Στρέσεμαν πέθανε το 1929, αλλά ακόμη και λίγο πριν από τον θάνατό του παραδέχτηκε ότι η γερμανική οικονομία ήταν εξαιρετικά ευάλωτη, πολύ περισσότερο από όσο πολλοί θα ήθελαν να δεχτούν.

«Η οικονομική θέση μας είναι ανθηρή μόνον επιφανειακά. Στην πραγματικότητα η Γερμανία χορεύει στην κορυφή ενός ηφαιστείου. Αν ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός διακοπτόταν, τότε ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας μας θα κατέρρεε».

Μετά από το Κραχ στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, οι ΗΠΑ έδωσαν στην Γερμανία προθεσμία 90 ημερών για να αρχίσει να αποπληρώνει τα χρέη της. Καμιά άλλη δύναμη δεν είχε τη δυνατότητα να δώσει στην Γερμανία χρηματική ενίσχυση. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία βρίσκονταν σε φάση ανασυγκρότησης: η βιομηχανική και εξαγωγική οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου υπέστη πολύ σημαντικό χτύπημα από το χρηματοπιστωτικό Κραχ στην Νέα Υόρκη, και δεν πρέπει να ξεχνούμε την οικονομική αιμορραγία κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου· το μεγαλύτερο μέρος των υποδομών κάθε είδους ήταν ακόμη κατεστραμμένο στην Γαλλία, στο έδαφος της οποίας είχαν γίνει μερικές από τις μεγαλύτερες μάχες του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου. Η Ρωσία του Στάλιν βρισκόταν στην απελπιστική κατάσταση, όπου την είχαν οδηγήσει τα πλήγματα που δέχτηκε κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, την αστικοδημοκρατική και την σοσιαλιστική επανάσταση, τον εμφύλιο πόλεμο και την ξένη επέμβαση, και είχε ήδη αρχίσει την εφαρμογή των πενταετών σχεδίων οικονομικής ανασυγκρότησης. Γι’ αυτό, η πτωχοποιημένη Γερμανία της Βαϊμάρης μπορούσε να απευθυνθεί για βοήθεια αποκλειστικά και μόνον στις ΗΠΑ, αλλά στους τελευταίους μήνες του 1929 και αυτές οδηγήθηκαν πρακτικά σε χρεωκοπία, και γι’αυτό ήταν αδύνατον να δανείσουν στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Εταιρίες σ’ όλη την Γερμανία – πρωτίστως βέβαια σε βιομηχανικές περιοχές, όπως η Ρουρ – χρεωκόπησαν, και ως αποτέλεσμα της χρεωκοπίας τους οι εργάτες βρέθηκαν κατά εκατομμύρια χωρίς εργασία. Η ανεργία επηρέασε σχεδόν κάθε γερμανική οικογένεια 6 χρόνια μετά από την κορύφωση της τελευταίας οικονομικής κρίσης – δηλαδή, του υπερ-πληθωρισμού – στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Σχεδίαση 1: Η διακύμανση της ανεργίας στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης, 1928-1933

Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι οι άνεργοι ήταν άντρες. Οι περισσότεροι συντηρούσαν οικογένειες, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε πια γι’ αυτές: χρειάζονταν χρήματα για τρόφιμα, θέρμανση, ρούχα κλπ. Καθώς δεν έβλεπαν τέλος στα βάσανά τους με την κυβέρνηση της Βαϊμάρης, δεν είναι παράξενο το ότι στράφηκαν σε όσους ευαγγελίζονταν όχι την βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης, αλλά την εκ βάθρων ανατροπή της. Κι αυτό, το ευαγγελίζονταν δύο κόμματα, το Εθνικοσοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό.

Το 1928, το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα είχε σχεδόν χρεωκοπήσει, καθώς ξόδευε μεγάλα ποσά για την οργάνωση δαπανηρότατων παρελάσεων, θεαματικών συγκεντρώσεων, κά. Η χρεωκοπία θα έθετε αυτομάτως το κόμμα εκτός πολιτικής σκηνής, αλλά τότε έσωσε τους εθνικοσοσιαλιστές ένας επιχειρηματίας με το όνομα Χούγκενμπουργκ, ιδιοκτήτης εταιρίας μέσων ενημέρωσης, αποπλήρωσε τα χρέη τους.

Στις γενικές εκλογές του 1930, οι εθνικοσοσιαλιστές κέρδισαν 143 έδρες στο Ράιχσταγ – μια τεράστια βελτίωση σε σχέση με τα αποτελέσματα των προηγούμενων εκλογών. Μάλιστα ο Χίτλερ περίμενε μόνον 50 με 60 βουλευτικές έδρες. Όπως δήλωνε κορυφαίος παράγοντας των εθνικοσοσιαλιστών, ο Γκρέγκορ Στράσερ, δήλωσε πως ό,τι ήταν καταστροφή για την Βαϊμάρη ήταν «καλό, πολύ καλό για εμάς!»

Στις γενικές εκλογές του Ιουλίου του 1932, οι εθνικοσοσιαλιστές κέρδισαν 230 έδρες, και έγιναν το μεγαλύτερο κόμμα στο Ράιχσταγ.

Το ίδιο έτος, ο Χίτλερ ήταν αντίπαλος του Στρατάρχη φον Χίντενμπουργκ για την προεδρία της χώρας. Μια τέτοια επιλογή το 1928 θα προκαλούσε γέλια, αλλά στις προεδρικές εκλογές του 1932 ο Χίτλερ συγκέντρωσε 13.400.000 ψήφους έναντι 19.360.000 του Χίντενμπουργκ. Ο Τέλμαν, ηγέτης των κομμουνιστών, συγκέντρωσε 3.700.000. Από κάθε άποψη, όσα επέτυχε ο Χίτλερ σ’ εκείνες τις προεδρικές εκλογές ήταν σπουδαία για τον αρχηγό ενός κόμματος που 4 χρόνια πριν λίγο έλειψε να χρεωκοπήσει – φανερώνουν, επίσης, και τη διάθεση των γερμανών ψηφοφόρων στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930.

Στις γενικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1932, το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα έπεσε στις 196 έδρες, αλλά ακόμα κι έτσι παρέμεινε πρώτο κόμμα, και με διαφορά από το επόμενο Σοσιαλδημοκρατικό με 121 έδρες.

Το Κομμουνιστικό κόμμα εξακολούθησε την σταθερή άνοδό του και ανέβηκε από τις 77 έδρες του 1928, στις 89 τον Ιούλιο του 1932, και στις 100 έδρες τον Νοέμβριο του ίδιου έτους.

Σχεδίαση 2: Ψήφοι στα μεγαλύτερα γερμανικά κόμματα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, 1περίοδος μεταξύ 1928 και Νοεμβρίου 1932.

Πώς ανέλαβε την εξουσία ο Χίτλερ;

Μολονότι ο Χίτλερ ήταν η ηγέτης του μεγαλύτερου πολιτικού κόμματος στο Ράιχσταγ, ο Χίντενμπουργκ εξακολουθούσε να τον αντιμετωπίζει περιφρονητικά ως τον «μικρό δεκανέα». Σε συμφωνία προς το Σύνταγμα, ο Χίντενμπουρφκ έδωσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον καγκελάριο της δικής του επιλογής, τον Φραντς φον Πάπεν. Στο Ράιχσταγ τον φον Πάπεν υποστήριξε το Κόμμα του Κέντρου, το οποίο στις εκλογές του Ιουλίου του 1932 κέρδισε μόνον 97 έδρες. Ωστόσο, με την στήριξη της του Προέδρου και του Συντάγματος, ο φον Πάπεν μπορούσε να υπερπηδήσει την δυσκολία του με το νομοθετικό σώμα. Τον Σεπτέμβριο του 1932, όμως, το Ράιχσταγ του αρνήθηκε ψήφο εμπιστοσύνης με 513 ψήφους έναντι 32. Έτσι, προκηρύχτηκαν εκλογές για τον Νοέμβριο του 1932, ώστε να υπάρξει αλλαγή συσχετισμών στο Ράιχσταγ, και να δοθεί ψήφος εμπιστοσύνης στον φον Πάπεν. Οι έδρες του Κόμματος του Κέντρου μειώθηκαν σε 70. Ήταν σαφές ότι ο εκλεκτός του Χίντενμπουργκ δεν είχε την υποστήριξη του Ράιχσταγ.

Bundesarchiv Bild 102-00783, Berlin, Hindenbur...

Bundesarchiv Bild 102-00783, Berlin, Hindenburg und Hitler am Volkstrauertag (Photo credit: Wikipedia)

Μετά από την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων του Νοεμβρίου, ο Χίτλερ ζήτησε και πάλι να του ανατεθεί η εντολή σχηματισμού κυβέρνησηςης. Και πάλι ο Χίντενμπουργκ αρνήθηκε. Αλλά, αυτή την φορά, ο στρατός δια του στρατηγού Κουρτ φον Σλάιχερ, πληροφόρησε τον Χίντενμπουργκ ότι αν ο φον Πάπεν εξακολουθούσε να έχει την εντολή, δεν αποκλειόταν να ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος. Γινόταν, έτσι, σαφές ότι ο στρατός δεν υποστήριζε τον φον Πάπεν. Έτσι, ο Χίντενμπουργκ όρισε καγκελάριο τον φον Σλάιχερ – έναν άνδρα με εμπειρία μεν στα στρατιωτικά όχι και στα πολιτικά πράγματα.

Γιατί το έκανε αυτό ο Χίντενμπουργκ;

Είναι πιθανόν ότι ο Χίντενμπουργκ υπέφερε από κάποιας μορφής άνοια, αλλά είναι εξίσου πιθανόν ότι ενστικτωδώς συμμάχησε με τους στρατιωτικούς, θεωρώντας ότι θα ήταν καλύτερο να συνεργαστεί με έναν στρατηγό παρά με έναν πολιτικό. Και ο Σλάιχερ; Γιατί δέχτηκε ένα αξίωμα για το οποίο δεν ήταν διόλου προετοιμασμένος; Είναι πολύ πιθανόν ότι απλώς υπάκουσε σε εντολή που έλαβε από ανώτερό του αξιωματικό του στρατού ή ότι επιθυμούσε να επωφεληθεί από το χάος στην Γερμανία για να ενισχύσει την εξουσία του στρατού στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Πάντως, κατάφερε να μείνει στην θέση του καγκελαρίου μόνον 57 ημέρες. Δεν κέρδισε ψήφο εμπιστοσύνης στο Ράιχσταγ, και ο Χίντενμπουργκ αναγκάστηκε να τον αποσύρει.

Defendants talk to each other and to their law...

Κατηγορούμενοι στην δίκη της Νυρεμβέργης συνομιλούν μεταξύ τους και με δικηγόρους τους σε ένα διάλειμμα, στο Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης. Από αριστερά προς δεξιά, ο Ρούντολφ Χες, ο Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, ο Χανς Φρανκ, ο Φραντς φον Πάπεν, ο Βίλχεμ Φρικ και ο Άλμπερτ Σπέερ. Ο στρατηγός Άλφρεντ Γιοντλ πίσω. (Φωτ. από: Wikipedia)

Το μόνο πρόσωπο που απέμενε να πάρει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης ήταν πλέον ο Χίτλερ: είχε την υποστήριξη του Ράχισταγ και το κόμμα του ήταν το δημοφιλέστερο στην Γερμανία. Στις 30 Ιανουαρίου του 1933, ο Χίτλερ επισκέφθηκε τον Χίντενμπουργκ και ορκίστηκε καγκελάριος. Ο Χίντενμπουργκ προσδοκούσε ότι ο αντι-καγκελάριος φον Πάπεν θα ήλεγχε τον Χίτλερ, ως εμπειρότερος πολιτικός ηγέτης. Σε έναν μόλις μήνα, τον Φεβρουάριο του 1933, άνοιγε ο δρόμος για την ανάληψη δικτατορικών εξουσιών από τον Χίτλερ.

ΙΔΕΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΛΛΑ! Educational ideas for teachers!

Ένα blog για εκπαιδευτικούς, εκπαιδευόμενους και όχι μόνο! A blog for teachers!

Αντικλείδι

Θέματα -Πηγές-Σκέψεις-Τεχνικές & εργαλεία για τη διδασκαλία της

XYZ Contagion

Ο κόσμος σε 360 μοίρες. Το μοναδικό '0% Lies & Errors Free' website. Στιγμές και όψεις της ελληνικής (και όχι μόνο) δημόσιας πραγματικότητας από ένα ιστολόγιο που αγαπάει την έρευνα. Επειδή η αλήθεια είναι μεταδοτική.

Αρέσει σε %d bloggers: