Bertolt Brecht: Στους ευθυγραμμιζόμενους (1935)

Τι συμβαίνει στην συνείδησή μας; Πώς καταλήγουμε να ζούμε σε έναν φαντασιακό και διόλου πραγματικό κόσμο; Γιατί δεν αντιλαμβανόμαστε τη θέση μας στον κόσμο; Γιατί σχηματίζουμε μια ψεύτικη εικόνα για τον εαυτό μας και για τους άλλους; Πώς πολεμώντας να διασφαλίσουμε το ψωμί μας, καταλήγουμε μια ωραία πρωία να το χάνουμε;
Είναι θέμα ψυχολογίας ή θέμα ιστορικής αυτοσυνειδησίας;

Um sein Brot nicht zu verlieren in den Zeiten zunehmender Unterdrückung beschließt mancher, die Wahrheit über die Verbrechen des Regimes bei der Aufrechterhaltung der Ausbeutung nicht mehr zu sagen, aber auch die Lügen des Regimes nicht zu verbreiten, also zwar nicht zu enthüllen, aber auch nichts zu beschönigen.Der so Vorgehende scheint nur von neuem zu bekräftigen, daß er entschlossen ist auch in den Zeiten zunehmender Unterdrückung sein Gesicht nicht zu verlieren, aber in Wirklichkeit ist er doch nur entschlossen sein Brot nicht zu verlieren. Ja, dieser sein Entschluß keine Unwahrheit zu sagen, dient ihm dazu, von nun an die Wahrheit zu verschweigen.Das kann freilich nur eine kleine Zeit durchgeführt werden. Aber auch zu dieser Zeit während sie noch einhergehen in den Ämtern und Redaktionen in den Laboratorien und auf den Fabrikhöfen als Leute aus deren Mund keine Unwahrheit kommt beginnt schon ihre Schädlichkeit. Wer mit keiner Wimper zuckt beim Anblick blutiger Verbrechen, verleiht ihnen nämlich den Anschein des Natürlichen. Er bezeichnet die furchtbare Untat als etwas so Unauffälliges wie Regen auch so unhinderbar wie Regen.So unterstützt er schon durch sein Schweigen die Verbrecher, aber bald wird er bemerken, daß er, um sein Brot nicht zu verlieren nicht nur die Wahrheit verschweigen, sondern die Lüge sagen muß. Nicht ungnädig nehmen die Unterdrücker ihn auf, der da bereit ist sein Brot nicht zu verlieren. Er geht nicht einher wie ein Bestochener da man ihm ja nichts gegeben, sondern nur nichts genommen hat.Wenn der Lobredner aufstehend vom Tisch der Machthaber, sein Maul aufreißt und man zwischen seinen Zähnen die Reste der Mahlzeit sieht, hört man seine Lobrede mit Zweifeln an. Aber die Lobrede dessen der gestern noch geschmäht hat und zum Siegesmahl nicht geladen war ist mehr wert. Er ist doch der Freund der Unterdrückten. Sie kennen ihn. Was er sagt, das ist und was er nicht sagt, ist nicht.Und nun sagt er, es ist keine Unterdrückung. Am besten schickt der Mörder den Bruder des Ermordeten den er gekauft hat, zu bestätigen daß ihm den Bruder ein Dachziegel erschlagen hat. Die einfache Lüge freilichhilft ihm, der sein Brot nicht verlieren will auch nicht lange weiter. Da gibt es zu viele seiner Art. Schnell gerät er in den unerbittlichen Wettkampf aller derer die ihr Brot nicht verlieren wollen: es genügt nicht mehr der Wille zu lügen.Das Können ist nötig und die Leidenschaft wird verlangt. Der Wunsch, das Brot nicht zu verlieren, mischt sich mit dem Wunsch, durch besondere Kunst dem ungereimtesten Gewäsch einen Sinn zu verleihen, das Unsagbare dennoch zu sagen. Dazu kommt, daß er den Unterdrückern mehr Lob herbeischleppen muß als jeder andere, denn er steht unter dem Verdacht, früher einmal die Unterdrückung beleidigt zu haben. So werden die Kenner der Wahrheit die wildesten Lügner.Und das alles geht nur bis einer daherkommt und sie doch überführt früherer Ehrlichkeit, einstigen Anstands, und dann verlieren sie ihr Brot. Για να μη χάσει το ψωμί του σε καιρούς αυξανόμενης καταπίεσης αποφασίζει κάποιος, να μην λέει πια την αλήθεια για τα εγκλήματα του καθεστώτος γύρω από τη διατήρηση της εκμετάλλευσης, αλλά και τα ψέματα του καθεστώτος να μη διαδίδει, δηλαδή να μην αποκαλύπτει πραγματικά τίποτα, αλλά και τίποτα να μην ωραιοποιεί. Αυτός που έτσι ενεργεί φαίνεται μόνο να επιβεβαιώνει ξανά πως είναι αποφασισμένος και στους καιρούς της αυξανόμενης καταπίεσης να μην χάνει το κύρος του, στην πραγματικότητα όμως είναι βέβαια αποφασισμένος μόνο να μην χάνει το ψωμί του. Ασφαλώς, αυτή η απόφασή του να μην λέει καμιά αναλήθεια, τον εξυπηρετεί σε τούτο: από ‘δω και πέρα να αποσιωπά την αλήθεια. Βεβαίως κάτι τέτοιο μπορεί να διαρκέσει μόνον λίγον καιρό. Αλλά και στον καιρόν αυτό, που στη διάρκειά του [τέτοιοι άνθρωποι] περιφέρονται στα δημόσια αξιώματα και στην σύνταξη των εφημερίδων, στα επιστημονικά εργαστήρια και στων εργοστασίων τις αυλές ως άνθρωποι που από το στόμα τους καμιά δεν βγαίνει αναλήθεια, αρχίζουν κιόλας να γίνονται επιβλαβείς. Καθώς τ’ αυτί τους δεν ιδρώνει στη θέα αιματηρών εγκλημάτων, τα κάνουν ακριβώς να έχουν την όψη του φυσικού. Χαρακτηρίζουν το φοβερό ανοσιούργημα ως κάτι τόσο ανάξιο προσοχής όσο η βροχή, ταυτοχρόνως και τόσο αναπόφευκτο όσο η βροχή.Έτσι υποστηρίζουν ήδη με τη σιωπή τους τους εγκληματίες, σε λίγο όμως θα παρατηρήσουν πως, για να μη χάσουν το ψωμί τους πρέπει όχι μόνο την αλήθεια να αποσιωπουν, αλλά και τα ψέματα να λένε. Διόλου δυσμενώς τον υποδέχονται οι καταπιεστές αυτόν, που είναι έτοιμος να μη χάσει το ψωμί του. Αυτός δεν περιφέρεται σαν κάποιος δωροδοκημένος, αφού κανείς τίποτα δεν του έχει δώσει, μα και τίποτα από κανέναν δεν έχει πάρει. Όταν ο εγκωμιαστής σηκώνεται απ’ το τραπέζι των εξουσιαστών, και τα σαγόνια του ανοίγει, βλέπει τότε ο καθείς τα υπολείμματα απ’ το γεύμα, κι ακούει τότε ο καθείς τα εγκώμιά του με αμφιβολία. Τα εγκώμια όμως εκείνου που χτες ακόμα τους καθύβριζε και στο επινίκιο γλέντι δεν ήταν προσκαλεσμένος, περισσότερη αξία έχουν. Μα αυτός είναι ο φίλος των καταπιεσμένων. Τον γνωρίζουν. Ό,τι λέει ισχύει κι ό,τι δεν λέει δεν ισχύει. Και τώρα μας λέει πως δεν υπάρχει καθόλου καταπίεση. Στην καλύτερη περίπτωση στέλνει ο φονιάς τον αδελφό του δολοφονημένου που τον έχει εξαγοράσει, να επιβεβαιώσει πως τον αδελφό του τον σκότωσε ένα κεραμίδι που έπεσε από τη σκεπή. Το απλό ψέμα προφανώς δεν βοηθάει πλέον άλλο αυτόν που θέλει να μη χάσει το ψωμί του. Τώρα υπάρχουνε πολλοί στο είδος του. Γρήγορα ανακατώνεται στον ανηλεή ανταγωνισμό όλων όσων θέλουν να μη χάσουν το ψωμί τους: δεν αρκεί πια η θέληση να ψεύδεται.
Η ικανότητα είναι αναγκαία και η εμπάθεια γίνεται ισχυρή. Η επιθυμία, να μη χάσει το ψωμί του αναμιγνύεται με την επιθυμία, μέσω ιδιαίτερης τέχνης στις πιο ασυνάρτητες αερολογίες να προσδίνει νόημα, το ανέκφραστο να μπορεί να το εκφράζει. Συμβαίνει τότε, να χρειάζεται αυτός να απευθύνει στους καταπιεστές περισσότερα υμνολόγια από κάθε άλλον, επειδή σκιάζεται από την υποψία ότι κάποτε παλιότερα την καταπίεση είχε καταγγείλει. Έτσι οι γνώστες της αλήθειας γίνονται οι πιο άγριοι ψεύτες. Και όλα τούτα ισχύουν μόνο μέχρι να περάσει κάποιος και να τους ζητήσει να λογοδοτήσουν για την προηγούμενη τιμιότητά τους, για την αλλοτινή τους αξιοπρέπεια: και τότε χάνουν το ψωμί τους.
Bertolt Brecht: An die Gleichgeschalteten (1935) Μπέρτολτ Μπρεχτ: Στους ευθυγραμιζόμενους (1935)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΙΔΕΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΛΛΑ! Educational ideas for teachers!

Ένα blog για εκπαιδευτικούς, εκπαιδευόμενους και όχι μόνο! A blog for teachers!

Αντικλείδι

Θέματα -Πηγές-Σκέψεις-Τεχνικές & εργαλεία για τη διδασκαλία της

XYZ Contagion

Ο κόσμος σε 360 μοίρες. Στιγμές και όψεις της ελληνικής (και όχι μόνο) δημόσιας πραγματικότητας από ένα ιστολόγιο που αγαπάει την έρευνα. Επειδή η αλήθεια είναι μεταδοτική.

Αρέσει σε %d bloggers: