Αντόν Τσέχωφ: Ο ζητιάνος

«Καλέ μου κύριε, δείξτε καλοσύνη και προσέξτε έναν φτωχό, πεινασμένο άνθρωπο. Δεν έχω βάλει τίποτε στο στόμα μου εδώ και τρεις μέρες. δεν έχω ούτε τα πέντε καπίκια[i] να πληρώσω ένα κρεββάτι για να κοιμηθώ απόψε. Ορκίζομαι-στο Θεό! Έκανα πέντε χρόνια δάσκαλος σε χωριό, έχασα όμως τη θέση μου από τις ίντριγκες στα ζέμστβο[ii]. Υπήρξα θύμα ψευδομαρτυρίας. Είμαι άνεργος ένα χρόνο τώρα.»

Ο Σβορτσώφ, δικηγόρος της Πετρούπολης, κοίταξε εξεταστικά το σκούρο μπλέ τριμμένο πανωφόρι του ανθρώπου που του μιλούσε, τα θολά μεθυσμένα μάτια του, και τις κόκκινες κηλίδες στα μάγουλά του, και του φάνηκε ότι είχε δει τον άνθρωπο ξανά.

«Και τώρα μου πρόσφεραν μια θέση στην επαρχία της Καλούγκα[iii],» συνέχισε ο ζητιάνος, «αλλά δεν έχω τα μέσα να ταξιδέψω εκεί. Δείξε έλεος, βοήθησέ με! Ντρέπομαι που ζητώ, αλλά . . . με σπρώχνουν οι περιστάσεις.»

Ο Σβορτώφ παρατήρησε τις γαλότσες του ζητιάνου· η μια ήταν κοντή σαν παπούτσι, η άλλη ήταν ψηλή σαν μπότα, και ξαφνικά θυμήθηκε.

«Άκου, προχτές σε συνάντησα στην οδό Σαντοβόι ,» είπε ο Σβορτσώφ, «και τότε μου έλεγες, όχι ότι είσαι δάσκαλος στην επαρχία, αλλά σπουδαστής που τον απέβαλαν. Το θυμάσαι;»

«Εε, όχι, δε μπορεί να ‘γινε αυτό!» ψέλλισε ο ζητιάνος ταραγμένος. «Είμαι δάσκαλος, κι αν το επιθυμείς, μπορώ να σου δείξω τα έγγραφα που το αποδεικνύουν.»

«Αρκετά με τα ψέματα! Είπες ότι είσαι σπουδαστής, μου είπες μάλιστα και το λόγο που σε απέβαλαν. Θυμάσαι;»

Ο Σβορτσώφ κοκκίνησε, και με μια έκφραση αποστροφής στην όψη του, τράβηξε το βλέμμα του απ’ τον κουρελή.

«Είναι σιχαμερό, κύριε!» φώναξε οργισμένος. «Πρόκειται για απάτη! Θα σε παραδώσω στην αστυνομία, που να πάρει η οργή! Είσαι φτωχός και πεινασμένος, αλλά αυτό δε σου δίνει το δικαίωμα να ψεύδεσαι έτσι ασύστολα!»

Ο κουρελής έπιασε το πόμολο της πόρτας και, σαν το πουλί στην ξώβεργα, έφερε γύρο με το βλέμμα του το χώρο απελπισμένος.

«Δε . . . δε λέω ψέματα,» ψέλλισε, «μπορώ να σου δείξω έγγραφα.»

«Ποιος μπορεί να σε πιστέψει;» συνέχισε Σβορτσώφ, πάντα με περιφρονητικό τόνο στη φωνή του. «Να εκμεταλλεύεσαι τη συμπαθεια του κοινού για τους δασκάλους της επαρχίας και τους σπουδαστές — είναι τόσο φτηνό, τόσο δόλιο, τόσο βρώμικο! Σε κάνει να επαναστατείς!»

Ο Σβοτσώφ συνέχισε με ένα αγριεμένο ανελέητο κήρυγμα. Τα ξεδιάτροπα ψέματα του κουρελή του προκαλούσαν απέχθεια και αποστροφή, ήταν προσβολή για όσα ο ίδιος, ο Σβορτώφ, αγαπούσε και επαινούσε μέσα του: την ευγένεια, την ευαισθησία, τη συμπόνοια για τους δυστυχισμένους. Με το ψέμα του, με την ύπουλη επίθεσή του στη συμπόνοια, ο άνθρωπος είχε πράγματι μαγαρίσει τη φιλανθρωπία, που τον έκανε ευχαρίστως και πρόθυμα να δίνει  βοήθεια στους φτωχούς. Στην αρχή ο ζητιάνος υπεράσπισε τον εαυτό του, διαμαρτυρήθηκε, πήρε όρκο· ύστερα, σώπασε και κατέβασε το κεφάλι, πλημμυρισμένος από ντροπή.

«Κύριε!» είπε, βάζοντας το χέρι στην καρδιά του, «αλήθεια . . . έλεγα ψέματα! Ούτε σπουδαστής είμαι ούτε δάσκαλος. Όλα αυτά ήταν φτιαχτά! Ήμουν στη ρωσική χορωδία, και μ’ έδιωξαν επειδή έπινα. Αλλά, τι μπορώ να κάνω; Για όνομα του Θεού, πιστέψτε με, δεν μπορώ να επιβιώσω χωρίς ψέματα — όταν λέω την αλήθεια κανείς δε μου δίνει τίποτα. Την αλήθεια λέγοντας κανείς, μπορεί να βρεθεί πεθαμένος απ’ την πείνα και, χωρίς μια στέγη για τη νύχτα, ξυλιασμένος απ’ το κρύο!  Ό,τι λέτε τώρα είναι σωστό, το καταλαβαίνω αυτό, αλλά . . . τι να κάνω;»

«Τι να κάνεις; Ρωτάς τι να κάνεις; » φώναξε ο Σορτσώφ, πλησιάζοντάς τον απειλητικά. «Να δουλέψεις — αυτό πρέπει να κάνεις! Να δουλέψεις πρέπει!»

«Να δουλέψω. . . Αυτό το ξέρω κι από μόνος μου, αλλά πού μπορώ να βρω δουλειά;»

«Βλακείες! Είσαι νέος, δυνατός, και υγιής· ασφαλώς και θα μπορούσες να βρεις δουλειά, αν πράγματι το ήθελες. Αλλά, ξέρεις ότι είσαι τεμπέλης,  κακομαθημένος, μεθύστακας! Ζέχνεις βότκα κι από απόσταση! Είσαι κάλπης και διεφθαρμένος ως το μεδούλι κι είσαι καλός μόνο στην τεμπελιά και στο ψέμα! Κι αν καταδεχόταν η ευγενεία σου να πιάσεις δουλειά, θα ‘πρεπε βέβαια να ‘ναι γραφείου δουλειά, στη ρωσική χορωδία, ή στην κατασκευή μπιλιάρδων, όπου θα είχες έναν μισθό κι από δουλειά, καμία! Αλλά, πώς θα σου φαινόταν να δουλέψεις χεορωνακτικά;  Πάω στοίχημα, δεν θα δεχόσουν να δουλέψεις αχθοφόρος ή βιομηχανικός εργάτης! Είσαι πολύ τρυφερούδι για τέτοιες δουλειές!»

«Για όνομα του Θεού, πόσο σκληρά με κρίνεις!», φώναξε ο ζητιάνος γελώντας πικρόχολα. «Πού μπορώ να ‘βρω εγώ δουλειά; Είναι πολύ αργά για μένα να δουλέψω υπάλληλος – ακόμα και στο εμπόριο πρέπει να αρχίσεις από παραγιός. Ούτε και για χαμάλη δε με θέλουν, γιατί δεν μπορώ να σηκώνω τα βαριά. Ούτε και σ’ εργοστάσιο με παίρνουνε – δεν είμαι, λέει, ειδικευμένος».

«Ανοησίες! Πάντα βρίσκεις δικαιολογίες. Θες να ‘ρθεις να μου κόψεις ξύλα;».

«Δε θ; αρνιόμουν, αλλά στις μέρες μας, ακόμη κι οι τεχνίτες ξυλοκόποι μένουν χωρίς φαΐ».

«Αχά! Όλοι εσείς οι λουφαδόροι μιλάτε με τον ίδιο τρόπο. Μόλις κάποιος σας προτείνει μια δουλειά, εσείς αμέσως την αρνείστε. Θα ‘ρθεις να μου κόψεις ξύλα;».

«Μάλιστα, κύριε, θα ‘ρθω».

«Πολύ ωραία, σύντομα θα το μάθουμε. Υπέροχα – θα δούμε».

Ο Σβορτσώφ συνέχισε βιαστικά το δρόμο του τρίβοντας τα χέρια του, όχι χωρίς κάποια μοχθηρία, και μόλις διάβηκε το κατώφλι της αυλής φώναξε τη μαγείρισσα από την κουζίνα. «Α, Όλγα!», είπε. «οδήγησε αυτόν τον κύριο στην αποθήκη για τα ξύλα και δώσε του να μας κόψει μερικά!»

Ο κουρελής σήκωσε τους ώμους του σαν να βρισκόταν σε αμηχανία, και ακολούθησε απρόθυμα τη μαγείρισσα. Από τον τρόπο που βάδιζε καταλάβαινε κανείς ότι συμφώνησε να πάει να κόψει ξύλα, όχι επειδή πεινούσε ή γύρευε δουλειά, αλλά επειδή ντράπηκε που παγιδεύτηκε από τα ίδια του τα λόγια. Κι ακόμη καταλάβαινε κανείς ότι από το πολύ πιοτό δεν είχε καθόλου δυνάμεις- ένοιωθε αδύναμος και καθόλου ενθουσιασμένος με την ιδέα της δουλειάς.

Ο Σβορτσώφ έτρεξε στην τραπεζαρία. Τα παράθυρα της έβλεπαν στην αυλή και από εκεί μπορούσε να παρακολουθεί κανείς ό,τι γινόταν στην αυλή. Ο Σβορτσώφ στάθηκε στο παράθυρο, κοίταξε προς την αυλή και είδε τη μαγείρισσα και το ζητιάνο να βγαίνουν στην αυλή από την πίσω πόρτα και, διασχίζοντας το λασπωμένο χιόνι, να φτάνουν στην ξυλαποθήκη.

Η Όλγα έριξε μιαν οργισμένη ματιά προς τον ζητιάνο, του έδωσε μια με τον αγκώνα της για να τον παραμερίσει, ξεκλείδωσε την πόρτα της ξυλαποθήκης, μπήκε και βρόντηξε θυμωμένα την πόρτα πίσω της.

«Ίσως να τη διακόψαμε τη γυναίκα πάνω στον καφέ της», σκέφτηκε ο Σβορτσώφ «Τι κακότροπο πλάσμα που είναι!».

Μετά είδε τον ψευτοδάσκαλο, τον ψευτοσπουδαστή καθισμένο επάνω σε ένα κούτσουρο και χαμένο στις σκέψεις του’ στήριζε με τις γροθιές του το πρόσωπο του με τα κόκκινα μάγουλα και την ακόμη πιο κόκκινη μύτη. Η γυναίκα πέταξε με δύναμη μπροστά στα πόδια του ένα τσεκούρι, έφτυσε με θυμό και, κρίνοντας από την έκφραση της, του ‘βαλε τις φωνές. Ο ζητιάνος τράβηξε ράθυμα ένα κούτσουρο προς το μέρος του, το στήριξε ανάμεσα στα γόνατα του και, καθισμένος πάντα, βάλθηκε να το χτυπά βαριεστημένα με το τσεκούρι. Το κούτσουρο του ξέφυγε και κύλησε μακριά του. Ο ζητιάνος το ξανατράβηξε προς το μέρος του, χουχούλισε τα παγωμένα χέρια του, και χτύπησε ξανά με το τσεκούρι του το κούτσουρο, με άκρα προσοχή, σαν να φοβόταν μήπως χτυπήσει το πόδι του ή μήπως κόψει το δάχτυλο του. Το κούτσουρο έπεσε ξανά.

Ο Σβορτσώφ ένοιωσε να του περνάει ο θυμός· αισθάνθηκε λύπη και ντροπή για τον εαυτό του, που έβαλε έναν σακατεμένο και άρρωστο άνθρωπο να κάνει έξω, στο κρύο,

μια ταπεινωτική δουλειά.

«Καλά! Τι να γίνει;», σκέφτηκε, πηγαίνοντας από την τραπεζαρία προς το γραφείο του. «Το έκανα για το καλό του, πάντως».

Μια ώρα αργότερα, η Όλγα ήρθε και του ανήγγειλε ότι όλα τα ξύλα είχαν κοπεί.

«Ωραία! Δώσε του μισό ρούβλι[iv]!», είπε ο Σβορτσώφ, «Αν θέλει, μπορεί να έρχεται να μας κόβει ξύλα κάθε πρώτη του μηνός. Πάντα μπορούμε να του βρίσκουμε μια δουλειά».

Την πρώτη του επόμενου μήνα ο αλήτης έκανε την εμφάνιση του και κέρδισε πάλι μισό ρούβλι, μολονότι δύσκολα έστεκε στα πόδια του.

Από εκείνη τη μέρα εμφανιζόταν συχνά στην αυλή και πάντοτε του έβρισκαν δουλειά. Άλλοτε φτυάριζε το χιόνι, άλλοτε τακτοποιούσε τα ξύλα στην αποθήκη, άλλοτε τίναζε χαλιά και στρώματα.

Κάθε φορά πληρωνόταν είκοσι με σαράντα καπίκια [100 καπίκια=1 ρούβλι], και μια φορά μάλιστα του στείλανε από το σπίτι και ένα παλιό παντελόνι.

Όταν ο Σβορτσώφ άλλαξε σπίτι, τον πλήρωσε να βοηθήσει στο αμπαλάρισμα και στη μεταφορά των επίπλων.

Αυτή τη φορά ο αλήτης ήταν ξεμέθυστος, μελαγχολικός και σιωπηλός. Μόλις που ακούμπησε τα έπιπλα και ακολούθησε τις φορτωμένες άμαξες με κατεβασμένο το

στο κρύο και ενοχλήθηκε πολύ, όταν οι αμαξάδες βάλθηκαν να τον πειράζουν για την απραξία, την αδυναμία και το κουρελιασμένο πανωφόρι του. Όταν η μετακόμιση τέλειωσε, ο Σβορτσώφ έστειλε και τον φώναξαν.

«Λοιπόν, βλέπω ότι τα λόγια μου έπιασαν τόπο.», του είπε δίνοντας του ένα ρούβλι, «Ορίστε για τους κόπους σου! Βλέπω ότι δεν είσαι πια μεθυσμένος και ότι δεν έχεις αντίρρηση να δουλεύεις. Πώς σε λένε;».

«Λουσκώφ».

«Λοιπόν, Λουσκώφ: μπορώ να σου προσφέρω τώρα μιαν άλλη, πιο καθαρή δουλειά. Ξέρεις να γράφεις;».

«Ξέρω».

«Τότε, πήγαινε αυτό το γράμμα αύριο σε έναν φίλο μου, κι αυτός θα σου δώσει κάποια κείμενα για αντιγραφή. Να δουλέψεις σκληρά, να μην πίνεις και να θυμάσαι όσα σου είπα. Στο καλό!».

Ευχαριστημένος που είχε βάλει έναν άνθρωπο στον ίσιο δρόμο, ο Σβορτσώφ χτύπησε φιλικά στην πλάτη τον Λουσκώφ, και επιπλέον τον χαιρέτησε δια χειραψίας. Ο Λουσκώφ πήρε το γράμμα, και από εκείνη τη μέρα δεν ξαναφάνηκε πια για δουλειά την αυλή.

Δυο χρόνια πέρασαν. Ένα βράδυ, καθώς ο Σβορτσώφ περίμενε μπροστά από το ταμείο ενός θεάτρου για να πάρει το εισιτήριο του, πρόσεξε δίπλα του έναν μικρόσωμο άνδρα, που φορούσε ένα φθαρμένο παλτό από δέρμα φώκιας με γούνινο γιακά. Ο μικροκαμωμένος άνθρωπος ζήτησε μια θέση στον εξώστη, και πλήρωσε με χάλκινα νομίσματα.

«Λουσκώφ! Εσύ είσαι;», αναφώνησε ο Σβορτσώφ αναγνωρίζοντας τον παλιό ξυλοκόπο του. «Πώς είσαι; Τι κάνεις; Πώς πάνε τα πράγματα;».

«Ωραία, είμαι συμβολαιογράφος τώρα, και κερδίζω τριανταπέντε ρούβλια το μήνα».

«Θεέ και Κύριε! Εξαιρετικά! Χαίρομαι πολύ για σένα!. Είμαι πολύ, πάρα πολύ χαρούμενος, Λουσκώφ. Βλέπεις, είσαι σαν πνευματικό παιδί μου. Σε έσπρωξα στον ίσιο δρόμο, ξέρεις. Θυμάσαι πώς σε βασάνισα, έ; Σε ευχαριστώ, φίλε μου. που δεν ξέχασες τα λόγια μου».

«Κι εγώ ευχαριστώ», είπε ο Λουσκώφ, «Αν δεν είχα ζητήσει τη βοήθεια σας, ίσως να αποκαλούσα ακόμη τον εαυτό μου δάσκαλο ή σπουδαστή. Ναι, ζητώντας την προστασία σας, έβγαλα τον εαυτό μου από ένα βαθύ και σκοτεινό πηγάδι».

«Πραγματικά χαίρομαι πολύ».

«Σας ευχαριστώ για τις ευγενικές κουβέντες και πράξεις σας. Μου μιλήσατε υπέροχα εκείνη την ημέρα. Είμαι ευγνώμων σε εσάς και στην μαγείρισσα σας. Ο Θεός να την ευλογεί αυτή την καλή γυναίκα! Μου μιλήσατε υπέροχα τότε, και θα σας είμαι υπόχρεως γι’ αυτό ως την ημέρα που θα πεθάνω. Αλλά, για να είμαστε ειλικρινείς, η μαγείρισσα σας η Όλγα είναι που με έσωσε».

«Τι εννοείς;»

«Να! Όταν ερχόμουν στο σπίτι σας να κόψω ξύλα, άρχιζε: ‘Α, μέθυσε, εσύ! Α, άθλιο πλάσμα! Μόνο ρημάδια έχει για σένα η ζωή!’ Και στη συνέχεια καθόταν απέναντι μου, με κοίταζε κατά πρόσωπο λυπημένα και θρηνολογούσε: Ώ, κακότυχο παιδί! Καμιά χαρά δεν θα είναι για σένα σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά ούτε και στον άλλο! Μεθύστακα! Θα καίγεσαι στην Κόλαση. Α, κακορίζικε! Κι έτσι συνέχιζε, ξέρετε, σε αυτόν τον τόνο. Δεν μπορώ να σας περιγράψω τη λύπηση που ένιωθε για μένα και τα δάκρυα που έχυσε για μένα. Αλλά το πιο σπουδαίο: έκοβε για χάρη μου τα ξύλα. Ξέρετε, κύριε, δεν έκοψα ούτε κούτσουρο για σας. Εκείνη τα έκανε όλα. Γιατί αυτό με έσωσε, γιατί άλλαξα, γιατί έπαψα να πίνω βλέποντας την – δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ξέρω μόνον ότι χάρη στα λόγια της μια μεγάλη αλλαγή έγινε μέσα στην ψυχή μου· με έφερε στον ίσιο δρόμο, και δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Όμως είναι ώρα να μπούμε στην αίθουσα!. Χτυπάει το κουδούνι για την παράσταση».

(απόδοση από τα γαλλικά Δημήτρης Κοκκώνης)


[i] Καπίκι: το 1/100 του ρουβλίου.

[ii] Ζέμστβο: Εκλεγμένο περιφερειακό συμβούλιο της ρωσικής επαρχίας, επιφορτισμένο με την διεκπεραίωση της κυβερνητικής πολιτκής.

[iii] Καλούγκα: επαρχία Δυτικά από την Μόσχα, στις όχθες του ποταμού Όκα.

[iv] Ρούβλι: Το νόμισμα της Ρωσίας. Διαιρείται σε 100 καπίκια

 

Αντόν Τσέχωφ

Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ (ρωσ. Анто́н Па́влович Че́хов) 29 Ιανουαρίου 1860 – 15 Ιουλίου 1904

  1. Ευχαριστούμε οικογενειακώς 🙂

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

ΙΔΕΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΛΛΑ! Educational ideas for teachers!

Ένα blog για εκπαιδευτικούς, εκπαιδευόμενους και όχι μόνο! A blog for teachers!

Αντικλείδι

Θέματα -Πηγές-Σκέψεις-Τεχνικές & εργαλεία για τη διδασκαλία της

XYZ Contagion

Ο κόσμος σε 360 μοίρες. Στιγμές και όψεις της ελληνικής (και όχι μόνο) δημόσιας πραγματικότητας από ένα ιστολόγιο που αγαπάει την έρευνα. Επειδή η αλήθεια είναι μεταδοτική.