«Μπόλικη πέτρα, μπόλικη καρδιά»

undefined

Μια σημαντική έκθεση για μια σημαντική πτυχή της Ιστορίας της Ελλάδας στον 20ό αιώνα, για την οποία δεν θα ακούσετε τίποτε στα κρατικοδίαιτα ιδιωτικά ΜΜΕ’ μέσα από αντικείμενα και από έργα Τέχνης που δεν θα δείτε στην Εθνική Πινακοθήκη ή στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Δυστυχώς δεν είναι επισκέψιμη στο Κέντρο Τεχνών-Πάρκο Ελευθερίας του Δήμου Αθηναίων. Ευτυχώς είναι επισκέψιμη σε συνθήκες οιονεί πραγματικότητας (virtual reality)

Η μεγάλη Ανάσταση

Νικολάι Γκόγκολ (1809-1852)


Ο Ρώσος συμμετέχει με τρόπο ιδιαίτερο στη γιορτή της Μεγάλης Ανάστασης. Αυτό το βιώνει πολύ πιο έντονα, όταν τυχαίνει να βρίσκεται σε ξένο τόπο. Βλέποντας πως παντού στις άλλες χώρες η ημέρα αυτή σχεδόν δε διαφέρει σε τίποτα από τις άλλες ημέρες, ότι όλοι ασχολούνται με τις καθημερινές τους ασχολίες, ότι η καθημερινότητα συνεχίζεται, ότι παντού υπάρχει εκείνη η έκφραση της καθημερινής ζωής στα πρόσωπα, νιώθει μια θλίψη και άθελά του το μυαλό του πηγαίνει στη Ρωσία. Νομίζει πως εκεί η ημέρα αυτή γιορτάζεται καλύτερα και πως ο ίδιος ο άνθρωπος είναι πιο χαρούμενος και καλύτερος, απ’ ό,τι τις άλλες ημέρες και πως η ζωή είναι κάπως διαφορετική και πως είναι μεγάλη γιορτή και όχι μια καθημερινή ημέρα. Ξαφνικά φαντάζεται εκείνα τα γιορτινά μεσάνυχτα, εκείνος ο χτύπος των καμπαναριών που ακούγεται παντού, ο οποίος σα να ενώνει ολάκερη τη γη σε ένα βουητό, στην αναφώνηση «Χριστός Ανέστη!», που την ημέρα εκείνη υποκαθιστά όλους τους άλλους χαιρετισμούς, εκείνο το φιλί, το οποίο δίνουμε μόνο εμείς και είναι σχεδόν έτοιμος να φωνάξει: «Μόνο στη Ρωσία γιορτάζεται αυτή η μέρα κατά πως της αρμόζει!». Εννοείται πως όλα αυτά είναι μια φαντασίωση· εξαφανίζεται ευθύς μόλις βρεθεί όντως στη Ρωσία ή αμέσως μόλις θυμηθεί ότι πρόκειται για μια ημέρα κάποιας μισοκοιμισμένης φασαρίας και διαφόρων φροντίδων, ανόητων επισκέψεων, προσχεδιασμένων και διαφόρων φροντίδων, ανόητων επισκέψεων, προσχεδιασμένων απουσιών, στη θέση χαρούμενων συναντήσεων – παρόλο που οι συναντήσεις αυτές, είναι προϊόν των πλέον ιδιοτελών υπολογισμών· ότι η έπαρση μας καταλαμβάνει την ημέρα εκείνη περισσότερο από τις άλλες ημέρες και ότι μιλούνε όχι για την ανάσταση του Χριστού, αλλά για το ποιος θα πάρει ποιο μετάλλιο· ότι ακόμη και ο ίδιος ο λαός, για τον οποίο λέμε ότι χαίρεται περισσότερο απ’ όλους, ήδη μεθυσμένος κυλιέται στους δρόμους, πριν καν το τέλος της Θείας λειτουργίας και πριν ακόμη προλάβει η αυγή να φωτίσει τη γη. Αναστενάζει ο φτωχός Ρώσος μόλις τα θυμηθεί και τα δει όλα αυτά, μόλις αντικρίσει αυτή την καρικατούρα και το χλευασμό της γιορτής, μόλις καταλάβει πως μόνο γιορτή δεν είναι.   

Μόνο για τους τύπους κάποιος αξιωματούχος θα φιλήσει στο μάγουλο έναν ανάπηρο, θέλοντας να δείξει στους υφισταμένους του πως πρέπει να αγαπάμε τον πλησίον μας, ίσως και κάποιος οπισθοδρομικός πατριώτης, για να εκνευρίσει τη νεολαία, η οποία βρίζει όλα τα παλιά ρωσικά μας έθιμα, ισχυριζόμενος πως δεν έχουμε τίποτα θα φωνάξει: «Έχουμε τα πάντα: και οικογενειακή ζωή και οικογενειακή αρετή και τα έθιμα τηρούνται με ευλάβεια· και το χρέος μας εκπληρώνουμε όπως πουθενά αλλού στην Ευρώπη·  και ο λαός μας εκπλήσσει τους πάντες».   

Όχι, η ουσία δεν είναι ούτε τα παράσημα, ούτε οι πατριωτικές κραυγές, ούτε και το φιλί προς τον συγκεκριμένο ανάπηρο, αλλά το να μπορέσουμε εκείνη ειδικά την ημέρα να αντιμετωπίσουμε τον άνθρωπο ως τον μεγαλύτερο θησαυρό, να τον αγκαλιάσουμε και να τον σφίξουμε σα να ήταν αληθινός μας αδελφός, να χαρούμε πολύ που τον είδαμε σα να ήταν ο καλύτερός μας φίλος, με τον οποίο είχαμε να συναντηθούμε πολλά χρόνια και ο οποίος αναπάντεχα ήρθε να μας επισκεφτεί. Πολύ πιο δυνατά! Πολύ περισσότερο! Γιατί τα δεσμά που μας δένουν με αυτόν είναι πολύ πιο ισχυρά από τα δεσμά αίματος του γένους μας και επειδή εμείς έχουμε ως κοινή αναφορά τον θαυμάσιο επουράνιο πατέρα μας, που είναι πολύ πιο οικείος από τον γήινο πατέρα μας και ότι εκείνη την ημέρα βρισκόμαστε στην πραγματική μας οικογένεια, στο αληθινό μας σπίτι. Η ημέρα αυτή είναι εκείνη η άγια ημέρα, στην  οποία γιορτάζει η αγία και επουράνια αδελφότητα της ανθρωπότητας συνολικά, χωρίς να αποκλείεται κανένας άνθρωπος.   

Με πόση ευτυχία θα εντασσόταν η μέρα αυτή στον δέκατο ένατο αιώνα, όταν οι σκέψεις για την ευτυχία της ανθρωπότητας είναι πια οι αγαπημένες σκέψεις όλων, όταν το αγκάλιασμα της ανθρωπότητας, όλων των ανθρώπων σαν να ‘ταν αδέλφια, έγινε το αγαπημένο όνειρο του νεαρού ανθρώπου, όταν πολλοί το μόνο που κάνουν είναι να ονειρεύονται πως θα μεταμορφώσουν όλη την ανθρωπότητα, να εξυψώσουν την εσωτερική αξία του ανθρώπου, όταν σχεδόν οι μισοί παραδέχτηκαν επίσημα ότι μόνο ο χριστιανισμός είναι σε θέση να το κάνει αυτό, όταν άρχισαν να ισχυρίζονται ότι θα φέρουμε πιο κοντά στο νόμο του Χριστού τόσο στην οικογενειακή όσο και στην κοινωνική καθημερινότητα, όταν άρχισαν μάλιστα πολλοί να λένε πως πρέπει όλα να γίνουν κοινά – και τα σπίτια και τα χωράφια, όταν οι άθλοι της εγκαρδιότητας και της βοήθειας προς τους δυστυχισμένους έγιναν αντικείμενο συζήτησης των σαλονιών της μόδας, όταν, τέλος, έχουν πληθύνει πολύ κάθε είδους φιλανθρωπικά ιδρύματα, πτωχοκομεία και άσυλα. Θα νόμιζε κανείς πως ο δέκατος ένατος αιώνας θα πρέπει χαρμόσυνα να γιορτάζει την ημέρα αυτή, η οποία είναι τόσο οικεία όλων στα μεγαλόθυμα και φιλάνθρωπα κινήματά του! Μα, σε αυτή την ημέρα, σα να είναι λυδία λίθος, βλέπεις πόσο χλωμές είναι όλες οι χριστιανικές του επιδιώξεις και πως όλα αυτά δεν είναι παρά μόνο όνειρα και σκέψεις και τίποτα παραπάνω. Όντως, αν θα πρέπει να αγκαλιάσει την ημέρα αυτή τον αδελφό του ως αδελφό, δεν το κάνει. Είναι έτοιμος να αγκαλιάσει όλη την ανθρωπότητα ως αδελφό, αλλά τον αδελφό του δεν τον αγκαλιάζει. Έτσι, μακριά από αυτή την ανθρωπότητα, την οποία θέλει να αγκαλιάζει, υπάρχει ένας ταπεινωμένος άνθρωπος, τον οποίο ο Χριστός προστάζει να αγκαλιάζεις, μα δεν το κάνεις. Μακριά από αυτή την ανθρωπότητα, υπάρχει ένας, ο οποίος δεν συμφωνεί σε κάτι με κάποια από τις μηδαμινές ανθρώπινες σκέψεις και γι’ αυτό δεν τον αγκαλιάζει. Μακριά από αυτή την ανθρωπότητα είναι ένας άνθρωπος που υποφέρει πολύ από τα βαριά έλκη των ψυχικών του ανεπαρκειών, ο οποίος χρειάζεται πολύ περισσότερο από τους άλλους τη συμπόνια, μα αυτός τον σπρώχνει και δεν τον αγκαλιάζει. Η αγκαλιά αυτή είναι μόνο για εκείνους, οι οποίοι δεν τον έχουν ταπεινώσει, με τους οποίους δε θα έχει την παραμικρή ευκαιρία να έρθει σε επαφή, τους οποίους δεν γνώρισε ποτέ και είδε ποτέ με τα ίδια του τα μάτια. Να πώς θα αγκαλιάσει ολάκερη την ανθρωπότητα, ο άνθρωπος αυτού του αιώνα και κατά ένα  μέρος είναι εκείνος ο οποίος σκέφτεται  πως είναι ο μόνος που αγαπάει πραγματικά τον άνθρωπο, ο μόνος αληθινός χριστιανός! Χριστιανός! Πέταξαν στο δρόμο τον Χριστό, στα πτωχοκομεία και στα νοσοκομεία, αντί να τον καλέσουν σπίτι τους, κάτω από τη δική τους σκέπη, αλλά παρ’ όλ’ αυτά θεωρούν πως είναι χριστιανοί!   

Όχι, δε θα γιορτάσει ο σημερινός αιώνας την αγία γιορτή έτσι όπως πρέπει να γιορτάζεται. Υπάρχει ένα τρομερό εμπόδιο, υπάρχει μια ανυπέρβλητη δυσκολία και το όνομα αυτής είναι: έπαρση. Ήταν γνωστή και στους προηγούμενους αιώνες, αλλά εκείνη ήταν μια έπαρση πιο πολύ παιδική, έπαρση για τη φυσική μας ρώμη, για τα πλούτη μας, έπαρση για το γένος και το αξίωμα, αλλά δεν είχε φτάσει σε εκείνο το τρομακτικό επίπεδο πνευματικής ανάπτυξης, στο οποίο έχει φτάσει σήμερα. Τώρα εμφανίζεται πλέον σε δύο μορφές. Η πρώτη της μορφή είναι η έπαρση της  αγνότητας.   

Χαρούμενη επειδή ζει πολύ καλύτερα από τους προγόνους της, η ανθρωπότητα αυτού του αιώνα ερωτεύτηκε την αγνότητα και την ομορφιά της. Κανείς δεν ντρέπεται να υπερηφανευτεί δημοσίως για την πνευματική του ομορφιά και να θεωρήσει τον εαυτό του καλύτερο από όλους τους άλλους. Αρκεί μόνο να ρίξουμε  μια ματιά για να δούμε πώς παρουσιάζει τον εαυτό του ως ευγενικό ιππότη σήμερα ο καθένας, πόσο απότομα και ανελέητα  κρίνει τον άλλον. Αρκεί μόνο να ακούσουμε όλες εκείνες τις δικαιολογίες, με τις οποίες δικαιώνει τον εαυτό του επειδή δεν αγκάλιασε τον πλησίον του την ημέρα της Ανάστασης. Χωρίς αιδώ και χωρίς να στενοχωρηθεί καθόλου λέει: «Δεν μπορώ να αγκαλιάσω αυτόν τον άνθρωπο: είναι άθλιος, κακόψυχος, έχει κηλιδώσει τον εαυτό του με απρεπή πράξη· δεν θα αφήσω τον άνθρωπο αυτόν να πλησιάσει ούτε καν την εξώπορτά μου· δεν θέλω να αναπνέω τον ίδιον αέρα με αυτόν· θα κάνω ολόκληρο κύκλο για να τον αποφύγω και να μη συναντηθώ μαζί του. Δεν μπορώ να ζω με άθλιους και άξιους περιφρόνησης ανθρώπους – μα πώς θα μπορούσα να αγκαλιάσω έναν τέτοιο άνθρωπο ως αδελφό;» Φευ! Λησμόνησε ο φτωχός άνθρωπος του δέκατου ένατου αιώνα, ότι αυτή την ημέρα δεν υπάρχουν ούτε άθλιοι ούτε αξιοπεριφρόνητοι άνθρωποι, αλλά όλοι οι άνθρωποι είναι αδελφοί μέλη της ίδιας οικογένειας και το όνομα του κάθε ανθρώπου είναι «αδελφός» και όχι κάποιο άλλο όνομα. Όλα τα έχει ξεχάσει αμέσως: ξέχασε, μάλλον, ότι επίτηδες τον περιβάλλουν αξιοκαταφρόνητοι και άθλιοι άνθρωποι, για να τους δει, για να δει μέσα του και να αναζητήσει εντός του εκείνο που έκανε να τρομάξει βλέποντας τους άλλους. Έχει λησμονήσει ότι και ο ίδιος μπορεί σε κάθε του βήμα, δίχως να το καταλάβει, να κάνει μια άθλια πράξη, έστω και με άλλη μορφή, με τη μορφή που δε θα προκαλέσει τη δημόσια κατακραυγή, αλλά η οποία, ωστόσο, σύμφωνα με την παροιμία είναι το ίδιο φαγητό σε άλλο πιάτο. Τα ξέχασε όλα. Ξέχασε, επίσης, ότι ίσως για αυτό έχουν εμφανιστεί τόσοι πολλοί άθλιοι και αξιοκαταφρόνητοι άνθρωποι, επειδή τόσο αυστηρά και απάνθρωπα τους έχουν αποδιώξει οι καλύτεροι των ανθρώπων και κατ’ αυτόν τον τρόπο τους υποχρέωσαν να γίνουν ακόμη πιο σκληροί. Θαρρείς κι έτσι θα ήταν πιο εύκολο να υπομείνουν την περιφρόνηση! Ένας Θεός ξέρει, μπορεί κάποιος να μην είχε γεννηθεί ανέντιμος, μπορεί η φτωχή του ψυχή αδύναμη να παλεύει με τους πειρασμούς, να παρακάλεσε και να προσευχήθηκε για να βρει βοήθεια και να ήταν έτοιμη να φιλήσει τα χέρια και τα πόδια εκείνου που ωθούμενος από την ψυχική ευαισθησία, την συγκράτησε στο χείλος της αβύσσου. Μπορεί, μια σταγόνα αγάπης προς αυτόν να ήταν αρκετή ώστε να επιστρέψει στον ίσιο δρόμο. Θαρρείς και ήταν δύσκολο ο δρόμος της αγάπης να φτάσει στην καρδιά του! Θαρρείς και είχε νεκρωθεί μέσα του η φύση, ότι κανένα αίσθημα δεν μπορούσε να εκφραστεί, όταν ο ληστής ευγνωμονούσε για την αγάπη, όταν το θηρίο θυμάται το χέρι που το χάιδεψε! Όλα αυτά τα έχει λησμονήσει ο άνθρωπος του δέκατου ένατου αιώνα και αποδιώχνει τον αδελφό του και ως πλούσιος αποδιώχνει τον γεμάτο έλκη φτωχό από τε μεγαλοπρεπές του σπίτι. Δεν έχει καμιά δουλειά με τις συμφορές του άλλου· δε θέλει να βλέπει τα έλκη και τις πληγές του άλλου. Δε θέλει καν να ακούσει την εξομολόγησή του, φοβούμενος να μην μολυνθεί με τη βρωμερή αναπνοή που βγαίνει από τα χείλη του δυστυχισμένου, η επηρμένη ευωδιά της αγνότητάς του. Μπορεί άραγε, ένας τέτοιος άνθρωπος να γιορτάσει τη γιορτή της ουράνιας αγάπης;   

Υπάρχει και ένα άλλο είδος έπαρσης, πολύ πιο δυνατής από την πρώτη, η έπαρση του νου. Ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχε εμφανιστεί σε τέτοιο βαθμό, όπως στον δέκατο ένατο αιώνα. Γίνεται αισθητή στον ίδιο με τον φόβο του καθενός να μην θεωρηθεί ανόητος. Όλα τα υπομένει ο άνθρωπος του αιώνα: υπομένει να τον αποκαλούν άσωτο και απατεώνα· μπορείς να τον αποκαλέσεις όπως θέλεις, θα το υπομείνει, το μόνο που δεν αντέχει είναι να τον αποκαλέσεις ανόητο. Επιτρέπει να τον χλευάσουν για όλα, το μόνο που δεν επιτρέπει να χλευάσουν είναι η διάνοιά του. Η διάνοιά του είναι ιερή γι’ αυτόν. Εξαιτίας του παραμικρού αστεϊσμού σε βάρος της διάνοιάς του είναι έτοιμος την ίδια κιόλας στιγμή να πάρει αποστάσεις από τον αδελφό του και να τον τιμωρήσει, πυροβολώντας τον ανάμεσα στα μάτια, χωρίς να συγκινηθεί καθόλου. Δεν πιστεύει τίποτα και κανέναν· το μόνο που εμπιστεύεται είναι η διάνοιά του. Ό,τι δεν βλέπει η διάνοιά του, δεν υπάρχει. Έχει ξεχάσει μάλιστα ότι η διάνοια προπορεύεται, όταν κινούνται προς τα εμπρός όλες οι ηθικές δυνάμεις του ανθρώπου και μένει ακίνητη ή οπισθοχωρεί όταν δεν εξυψώνονται οι ηθικές δυνάμεις. Έχει ξεχάσει ότι κανένας άνθρωπος δε διαθέτει όλες τις πλευρές της διάνοιας· ότι ένας άνθρωπος βλέπει μόνο εκείνη την πλευρά των πραγμάτων, την οποία δεν μπορεί να δει και, άρα, να γνωρίζει τι δεν μπορεί να γνωρίζει. Δεν πιστεύει σ’ αυτό και όλα όσα δεν βλέπει ο ίδιος, είναι γι’ αυτόν ψέμα. Και η σκιά της χριστιανικής ειρήνευσης δεν μπορεί να αγγίξει τη διάνοιά του εξαιτίας της έπαρσης. Αμφιβάλλει για όλα: για τα αισθήματα του ανθρώπου που γνωρίζει αρκετά χρόνια, για την αλήθεια, για τον Θεό αμφιβάλλει, αλλά δεν αμφιβάλλει ποτέ για τη διάνοιά του. Έχουν ήδη ξεκινήσει καυγάδες και βρισιές όχι εξαιτίας κάποιων ουσιαστικών δικαιωμάτων, όχι από προσωπικά μίση, – όχι δεν είναι πάθη ερωτικά, αλλά πάθη της διάνοιας αφού όπου εμφανίστηκαν, πολεμούν πλέον οι άνθρωποι εξαιτίας των διαφορετικών αντιλήψεων, εξαιτίας των αντιθέσεων στο νοητό κόσμο. Έχουν ήδη σχηματιστεί ολόκληρα κόμματα, τα οποία μισούν το ένα το άλλο, τα οποία δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους αλλά που ήδη μισούνται. Είναι εκπληκτικό: την στιγμή που είχαν αρχίσει να σκέφτονται οι άνθρωποι ότι με την παιδεία θα εξοβελίσουν την κακία από τον κόσμο, η κακία από άλλον δρόμο, από άλλη πλευρά μπαίνει στον κόσμο – μέσω της διάνοιας και με τα φτερά των εφημερίδων, ως παμφάγα ακρίδα επιτίθεται παντού στις καρδιές των ανθρώπων. Δεν γίνεται πλέον αισθητή ούτε καν η ύπαρξη της διάνοιας.  Ακόμη και οι έξυπνοι άνθρωποι αρχίζουν να λένε ψέματα σε αντίθεση με τις προσωπικές τους πεποιθήσεις, γιατί απλώς δεν θέλουν να υποχωρήσουν μπροστά στο αντίπαλο κόμμα, μόνο και μόνο γιατί η έπαρσή τους δεν τους επιτρέπει να ομολογήσουν μπροστά σε όλους το λάθος τους – ήδη η κακία έχει πάρει τη θέση της διάνοιας. Μπορεί, άραγε, ο άνθρωπος ενός τέτοιου αιώνα να αγαπήσει και να νιώσει τη χριστιανική αγάπη προς τον άνθρωπο; Θα γεμίσει, άραγε, από εκείνη τη φωτεινή απλοϊκότητα και αγγελική παιδικότητα, η οποία συγκεντρώνει όλους τους ανθρώπους σε μια οικογένεια; Θα μπορέσει, άραγε, να αισθανθεί την ευωδιά της ουράνιας αδελφότητάς μας; Θα μπορέσει να γιορτάσει αυτή την ημέρα; Εξαφανίστηκε πια και εκείνη η επιφανειακή καλοκάγαθη έκφραση των προηγούμενων απλοϊκών αιώνων, η οποία υποκρινόταν πως ο άνθρωπος έρχεται κοντά στον πλησίον του. Η επηρμένη διάνοια του δέκατου ένατου αιώνα την εξαφάνισε. Ο διάβολος εμφανίστηκε χωρίς μάσκα στον κόσμο. Το πνεύμα της έπαρσης έπαψε πλέον να εμφανίζεται με διάφορες μορφές και να τρομοκρατεί τους δεισιδαίμονες ανθρώπους, εμφανίστηκε με το πραγματικό του πρόσωπο. Αισθανόμενος ότι αναγνωρίζουν την κυριαρχία του, έπαψε να κρατάει ακόμη και τα προσχήματα με τους ανθρώπους. Με παράτολμη αναίδεια λοιδορεί κατάμουτρα εκείνους που τον αναγνωρίζουν· επιβάλλει ανόητους νόμους στον κόσμο, νόμους άγνωστους μέχρι σήμερα και ο κόσμος το βλέπει αυτό και δεν τολμάει να παρακούσει. Τι σημαίνει αυτή η μόδα, η μηδαμινή, η ανόητη, την οποία αρχικά ο άνθρωπος την αποδέχτηκε ως κάτι ασήμαντο, ως μια αθώα υπόθεση και η οποία σήμερα, σαν οικοδέσποινα άρχισε να κάνει κουμάντο στα σπίτια μας, διώχνοντας όλα όσα είναι σημαντικά και καλύτερα στον άνθρωπο; Κανείς δεν φοβάται να παραβιάσει πολλές φορές την ημέρα τους βασικούς και ιερούς νόμους του Χριστού και ταυτόχρονα φοβάται να μην εκπληρώσει την παραμικρή διαταγή, τρέμοντας ενώπιόν της, σαν δειλό μικρό παιδί. Τι σημαίνει ότι ακόμη κι εκείνοι, οι οποίοι την λοιδορούν, χορεύουν σαν μικροί χορευτές στη μουσική που παίζει; Τι σημαίνουν όλες αυτές οι αναρίθμητες επιτηδεύσεις, οι οποίες είναι πλέον πολύ πιο ισχυρές από κάθε βαθιά πεποίθηση; Τι σημαίνουν όλες αυτές οι παράξενες εξουσίες, οι οποίες σχηματίζονται παράλληλα στις νόμιμες και οι οποίες έχουν πλάγιες, παράλληλες επιρροές; Τι σημαίνει το γεγονός ότι ήδη κυβερνούν τον κόσμο οι μοδίστρες, οι ράφτες και οι τεχνίτες κάθε είδους, ενώ οι ευσεβείς παραμερίστηκαν; Άνθρωποι σκοτεινοί, άγνωστοι σε όλους, χωρίς να έχουν ιδέες και καλοκάγαθες πεποιθήσεις, κυριαρχούν στις απόψεις και τις σκέψεις έξυπνων ανθρώπων και η εφημερίδα (οι εφημερίδες), η οποία (που) θεωρείται (θεωρούνται) ψευδολόγος (ψευδολόγες) από όλους, γίνεται (γίνονται) αδιόρατος νομοθέτης που δε σέβεται τον άνθρωπο. Τι σημαίνουν όλοι αυτοί οι άνομοι νόμοι, τους οποίους προφανώς ενώπιον όλων, σχεδιάζει η προερχόμενη από τον κάτω κόσμο μιαρή δύναμη και ο κόσμος το βλέπει αυτό και σα μαγεμένος, δεν τολμάει να κουνηθεί; Τι είναι αυτός ο παράξενος χλευασμός της ανθρωπότητας! Και για ποιο λόγο με αυτή την εξέλιξη των πραγμάτων να διατηρήσουμε κι άλλο τα επιφανειακά ιερά έθιμα της εκκλησίας, ο ουράνιος ιδιοκτήτης της οποίας δεν έχει καμιά εξουσία σε εμάς; Μήπως είναι μια νέα ειρωνεία του σκοτεινού πνεύματος; Σε τι μας χρειάζεται αυτή η γιορτή που έχασε το νόημά της; Γιατί έρχεται και πάλι και ολοένα πιο βαθιά ενώνει σε μια οικογένεια τους αποξενωμένους ανθρώπους και αφού τους κοιτάξει θλιμμένα όλους, φεύγει σαν άγνωστη και ξένη; Είναι όντως ξένη και άγνωστη; Γιατί όμως υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι νομίζουν πως φωτίζονται εκείνη την ημέρα και γιορτάζουν την παιδικότητά τους, εκείνη την παιδικότητα, από την οποία το ουράνιο φιλί, ως φιλί της αιώνιας άνοιξης, πλημμυρίζει την ψυχή, εκείνη τη θαυμάσια παιδικότητα, την οποία  έχασε ο επηρμένος σημερινός άνθρωπος; Γιατί δεν έχει ξεχάσει ακόμη ο άνθρωπος για πάντα αυτή την παιδικότητα, και, θαρρείς την βλέπει σε κάποιο μακρινό όνειρο, εξακολουθεί να συγκινεί την ψυχή του; Γιατί υπάρχουν όλα αυτά και για ποιο λόγο; Είναι άγνωστο το γιατί; Είναι αόρατο το γιατί; Γιατί, τουλάχιστον για ορισμένους, οι οποίοι δεν έχουν ακόμη νιώσει αυτή την ανοιξιάτικη ευωδιά τούτης της γιορτής, νιώθουν ξαφνικά μια τέτοια θλίψη, σαν τη θλίψη του αγγέλου επί τοις ουρανοίς. Και, πλημμυρίζοντας την καρδιά τους με την κραυγή, θα έπεφταν στα πόδια των αδελφών τους, ικετεύοντας τουλάχιστον την ημέρα αυτή μόνο να την περάσουν όχι σύμφωνα με τα έθιμα του δέκατου ένατου αιώνα, αλλά με τα έθιμα του α ι ώ ν ι ο υ  α ι ώ ν α , μόνο αυτή τη μέρα να αγκαλιάσουν και να περιβάλλουν τον άνθρωπο, όπως ο ένοχος αγκαλιάζει τον γενναιόδωρο φίλο του που του έχει συγχωρέσει τα πάντα, έστω και μόνο γιατί αύριο θα τον απομακρύνει από κοντά του και θα του πει ότι του είναι  άγνωστος και ξένος. Τουλάχιστον να του ευχηθεί, τουλάχιστον να επιβάλει δια της βίας στον εαυτό του να το κάνει αυτό, να πιαστεί από αυτή την ημέρα, όπως εκείνος που πνίγεται πιάνεται από τη σανίδα σωτηρίας! Ο Θεός, ίσως, εξαιτίας αυτής της επιθυμίας, να ρίξει από τους ουρανούς μια σκάλα και μας τείνει το χέρι που θα μας βοηθήσει να την ανέβουμε.   

Ο άνθρωπος, όμως, του δέκατου ένατου αιώνα δεν θέλει να περάσει ούτε μια μέρα έτσι! Και η γη φλέγεται από μια ακατανόητη θλίψη· η ζωή γίνεται ολοένα και πιο απάνθρωπη· όλα διαλύονται και χάνονται, μεγαλώνει μόνο μπροστά στα μάτια όλων ένας τρόπος ζωής μιας γιγάντιας θλίψης, γνωρίζοντας καθημερινά απίστευτους ρυθμούς ανάπτυξης. Όλα έχουν πεθάνει, παντού υπάρχουν του Θεού τα μνήματα! Άδεια και τρομερή είναι η ζωή στον κόσμο τούτο!   

Γιατί μόνο ο Ρώσος νομίζει ακόμη πως η γιορτή αυτή γιορτάζεται κατά πώς πρέπει να γιορτάζεται μόνο στην πατρίδα του; Μήπως είναι ένα όνειρο; Γιατί όμως αυτό το όνειρο δεν το βλέπει κάποιος άλλος, εκτός από τον Ρώσο; Τι σημαίνει, όντως ότι η ίδια η γιορτή χάθηκε, ενώ οι ορατές της ενδείξεις είναι εμφανείς στην πατρίδα μας: ακούγονται τα λόγια «Χριστός Ανέστη!» – και το φιλί και κάθε φορά το ίδιο θριαμβευτικά έρχονται τα άγια μεσάνυχτα και ο χτύπος των καμπαναριών ακούγεται σε όλη τη γη όπως συμβαίνει σε μας: Πού περιφέρονται τόσο εμφανώς τα φαντάσματα, τα οποία όχι τυχαία εκεί εμφανίζονται; Όπου ξυπνούν, εκεί αφυπνίζονται. Δεν μπορούν να πεθάνουν τα έθιμα εκείνα, τα οποία είναι αιώνια.   

Πεθαίνει το γράμμα τους, όχι όμως το πνεύμα τους. Νεκρώνονται προσωρινά, πεθαίνουν στα κενά και ξεμυαλισμένα πλήθη, ανασταίνονται όμως με νέα δύναμη στους εκλεκτούς, ώστε στη συνέχεια το δυνατό τους φως να ξεχυθεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Δεν θα πεθάνει από τα πατρογονικά μας ούτε ένα σπυρί, οτιδήποτε είναι σε αυτά γνήσια ρωσικό και ευλογημένο από τον ίδιο τον Χριστό. Θα μεταφερθεί με τις χορδές των ποιητών, θα διαδοθεί με τα ευσεβή χείλη των αγίων, θα λάμψει στο μισοσκόταδο και η γιορτή της Αγίας Αναστάσεως θα γιορταστεί κατά πώς πρέπει πριν απ’ όλα σ’ εμάς και μετά στους υπόλοιπους λαούς! Σε τι στηριζόμενοι, σε ποια δεδομένα, τα οποία υπάρχουν στις καρδιές μας, μπορούμε να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο; Είμαστε καλύτεροι από τους άλλους λαούς; Ο τρόπος της ζωής μας είναι πιο κοντά στον Χριστό απ’ ό,τι ο δικός τους; Δεν είμαστε καλύτεροι από κανέναν, η ζωή μας δεν είναι καλύτερα οργανωμένη από των άλλων. «Είμαστε χειρότεροι από όλους τους άλλους» – να τι πρέπει να λέμε πάντα στους εαυτούς μας. Υπάρχει όμως κάτι στη φύση μας που το προοιωνίζει αυτό. Αυτή η ανοργανωσιά μας είναι που το προοιωνίζει. Είμαστε ένα λιωμένο μέταλλο, το οποίο δεν έχει πάρει ακόμη την οριστική του φόρμα· εμείς μπορούμε ακόμη να απομακρύνουμε, να αποδιώξουμε όλα τα άσχημα, να συμμαζευτούμε, πράγμα που είναι αδύνατο να κάνουν οι άλλοι λαοί, οι οποίοι έχουν ήδη οριστικά διαμορφωμένη φόρμα. Εκείνο που υπάρχει ως βασικό χαρακτηριστικό της φύσης μας, την οποία έχουμε ξεχάσει, είναι πολύ κοντά στο νόμο του Χριστού, πράγμα που αποδεικνύει πως ο Χριστός ήρθε χωρίς ξίφος σ’ εμάς και η προετοιμασμένη γη των καρδιών μας δέχτηκε το λόγο Του. Δηλαδή η αρχή της αδελφότητας του Χριστού είναι βασικό χαρακτηριστικό της σλαβικής μας φύσης και η αδελφοποίηση των ανθρώπων μας είναι πολύ πιο οικεία ακόμη και από τη συγγένεια. Γιατί δεν υπάρχει σ’ εμάς εκείνο το ανειρήνευτο μίσος της μίας τάξης εναντίον της άλλης και εκείνων των μοχθηρών κομμάτων, τα οποία υπάρχουν στην Ευρώπη και τα οποία βάζουν εμπόδια ανυπέρβλητα για την ένωση των ανθρώπων και της αδελφικής μεταξύ τους αγάπης, δηλαδή, επιτέλους, εμείς έχουμε το θάρρος, χωρίς να συγγενεύουμε με κανέναν, ακόμη κι αν εμφανιστεί κάποια περίσταση, (πράγμα κατηγορηματικά αδύνατο για οποιονδήποτε άλλον λαό), να αποβάλλουμε όλα τα ελαττώματά μας, τα οποία ντροπιάζουν την ύψιστη φύση του ανθρώπου, χωρίς να λυπηθούμε τον εαυτό μας, όπως το 1812, χωρίς να λυπηθούμε τις περιουσίες μας, κάψαμε τα σπίτια μας και το βιος μας, τόσο πολύ θέλουμε να αποβάλουμε ό,τι μας ντροπιάζει και να κηλιδώνει, ούτε μια ψυχή να μην υστερεί από την άλλη, και σε τέτοιες στιγμές όλες οι διαμάχες, τα μίση, οι έχθρες – όλα ξεχνιούνται, ο αδελφός σφίγγει στο στήθος του τον αδελφό και ολάκερη η Ρωσία γίνεται ένας άνθρωπος. Να σε τι θεμελιώνεται, μπορούμε να πούμε, το γεγονός ότι η γιορτή της Αναστάσεως του Χριστού γιορτάζεται σε εμάς πριν από τους άλλους. Και αυτό μου το λέει κατηγορηματικά η ψυχή μου και δεν είναι κάτι που σκέφτηκε το μυαλό μου. Τέτοιες σκέψεις δεν μπορούν να είναι αποτέλεσμα διανοητικής διεργασίας. Με την υπόδειξη του Θεού γεννιούνται ταυτόχρονα στις καρδιές πολλών ανθρώπων, οι οποίοι δεν είχαν ξαναδεί ο ένας τον άλλον, οι οποίοι ζουν ο καθένας και σε μια άλλη άκρη του κόσμου και την ίδια στιγμή, σα να εκφέρονται από τα ίδια χείλη. Γνωρίζω με σιγουριά ότι δεν υπάρχει άνθρωπος στη Ρωσία, (παρόλο που δεν ξέρω αν όντως πιστεύει βαθιά σε αυτό) που να μην λέει: «Σ’ εμάς πριν από τον υπόλοιπο κόσμο γιορτάζεται η Αγία του Χριστού Ανάσταση!»

Νικολάι Γκόγκολ: «Ανάσταση» στο Ρωσικά Πασχαλινά Διηγήματα. Αθήνα, Επίκεντρο, 2017. Μετάφραση Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Χριστούγεννα του 1914

Η εκεχειρία των Χριστουγέννων έχει γίνει ένα από τα γνωστότερα και πιο μυθοποιημένα περιστατικά του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου. Αλλά, ποια είναι τα γεγονότα πίσω από την περίφημη ανακωχή; Γιατί έγινε; Πράγματι, άγγλοι και γερμανοί στρατιώτες έπαιξαν ποδόσφαιρο στην νεκρή ζώνη;

Αργά το απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων του 1914, άνδρες της Βρετανικής Εκστρατευτικής Δύναμης άκουσαν γερμανούς στρατιώτες από το απέναντι χαράκωμα να τραγουδούν πατριωτικά τραγούδια, να ψάλλουν κάλαντα, και είδαν μικρά έλατα κατά μήκος του γερμανικού χαρακώματος. Άρχισαν τότε να φωνάζουν οι μεν στους δε διάφορα μηνύματα.

Την επόμενη ημέρα των Χριστουγέννων, άγγλοι και γερμανοί στρατιώτες συναντήθηκαν στην νεκρή ζώνη, αντάλλαξαν δώρα, έβγαλαν φωτογραφίες και άρχισαν να παίζουν αυθόρμητα ποδόσφαιρο. Την ίδια ημέρα έθαψαν τους νεκρούς συσστρατιώτες τους και επισκεύασαν χαρακώματα και ορύγματα. Οι συναντήσεις στην νεκρή ζώνη μειώθηκαν μετά από την δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων.

Ανακωχή δεν υπήρξε σε όλο το μήκος του Δυτικού Μετώπου, οι μάχες εξακολούθησαν – μάλιστα υπήρξαν και νεκροί ανήμερα των Χριστουγέννων του 1914. Ορισμένοι αξιωματικοί ενοχλήθηκαν αρκετά από την ανακωχή, και ιδιαιτέρως ανησύχησαν ότι μια τέτοια εκεχειρία θα μπορούσε να υποσκάψει το ηθικό των στρατιωτών και μειώσει το πολεμικό φρόνημά τους.

Μετά το τέλος του 1914, τα Γενικά Επιτελεία και των δύο πλευρών της σύρραξης στο Δυτικό Μέτωπο, επιχείρησαν να εμποδίσουν παρόμοιες επιμέρους εκεχειρίες με πρωτοβουλία των στρατιωτών τους, οποτεδήποτε και όχι μόνον κατά την διάρκεια των Χριστουγέννων.

Σύμφωνα με το σύστημα που ονομάστηκε «Ζήσε και άσε να ζήσουν» (Live and Let Live), σε ήσυχες περιοχές της γραμμής του Δυτικού Μετώπου, συμφωνήθηκαν σιωπηρά από τους αντίπαλους στρατούς, ώστε να γίνει δυνατή η επισκευή των χαρακωμάτων ή η περισυλλογή και ο ενταφιασμός των νεκρών στρατιωτών.


hu_035801Εικόνα 1: Στρατιώτες του 2ου Συντάγματος των Βασιλικών Τυφεκιοφόρων του Δουβλίνου με γερμανούς στρατιώτες στην «νεκρή ζώνη» την δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων του 1914.

 


q_050720Εικόνα 2: Περισυλλογή και ταφή συστρατιωτών που σκοτώθηκαν στις μάχες της 18ης Δεκεμβρίου 1914.

 

Ταυτίζονται ναζισμός και κομμουνισμός;

Άφησα να περάσει καιρός από τις ανόητες δηλώσεις της Εσθονικής προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρβλ. σχετικό άρθρο) αυτό το τελευταίο εξάμηνο του 2017. Αλλά, ας καταθέσω πλέον έναν χάρτη από τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο, χάρτη της πολιορκίας του Λένινγκραντ, που κράτησε 827 ημέρες, από τις 17 Δεκεμβρίου 1941 ως τις 23 Απριλίου του 1944.
Ποιοι ήταν οι αντίπαλοι σε αυτή την μακρόχρονη πολιορκία; Και ποιοι ήταν οι σύμμαχοι;
Προφανώς η πολιορκία είχε πολλές φάσεις, και ο χάρτης δείχνει μία από αυτές. Την πολιορκία του Λένινγκραντ, πάντως, άρχισαν η Γερμανία, η Ιταλία και η Φινλανδία, και το Λένινγκραντ ήταν πόλη της Σοβιετικής Ένωσης.

Παραλείπω τις αναφορές στους αριθμούς των νεκρών ή την φωτογραφία από την ύψωση της σοβιετικής σημαίας στο Ράιχσταγ…

Leningrad_Siege_1941-4.jpg

Η ναζιστική Γερμανία αυτοκτονεί!

Κείμενο του Frédéric Valloire. Απόδοση στα ελληνικά: Δημήτρης Κοκκώνης

«Το σύμπαν μου θρυμματίστηκε· δεν μπορούσα να φανταστώ κανένα μέλλον!», λέει ο ένας. «Ήμουν πεπεισμένος ότι δεν θα μπορούσα να ζήσω μετά τον Χίτλερ!», λέει μια άλλη…
Οι Ρώσοι είναι εδώ, το Ράιχ εξαφανίζεται!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Τα Χριστούγεννα του 1944, στο Βερολίνο, το καλαμπούρι της ημέρας είναι: «Κάντε ένα χρήσιμο δώρο, χαρίστε ένα φέρετρο!» Το μακάβριο χιούμορ αντανακλά την πραγματικότητα: η περίοδος από τον Ιούλιο του 1944 ως τον Μάιο του 1945 σήμανε τον θάνατο τόσων αμάχων και στρατιωτών, όσων δεν σκοτώθηκαν τα πέντε προηγούμενα χρόνια! Το 3ο Ράιχ γνωρίζει, λοιπόν, ένα κύμα αυτοκτονιών χωρίς προηγούμενο στην Ιστορία της Ευρώπης.

Η αυτοκτονία του Χίτλερ και της Εύα Μπράουν, στο μπούνκερ, στις 30 Απριλίου 1945, γύρω στις τρεις και μισή το απόγευμα, είναι αρκετά γνωστή, και δεν χρειάζεται να κάνουμε λόγο γι’αυτήν. Εκείνη των Γκαίμπελς (Goebbels), επίσης: τα έξι παιδιά τους, κοιμήθηκαν και στην συνέχεια δηλητηριάστηκαν με πρωσικό οξύ, ακολουθούμενα από τους ίδιους τους γονείς τους.

Ωστόσο, αυτές οι αυτοκτονίες ήσαν αναμενόμενες. Με τον θάνατο του φύρερ, που τον είχε διατάξει να εγκαταλείψει το Βερολίνο, ο Γκαίμπελς ανακοινώνει την θέλησή του να μείνει, ώστε «να τελειώσει στο πλευρό του φύρερ μια ζωή που δεν έχει πια καμιά αξία, αν δεν μπορώ να εργαστώ στην υπηρεσία του». Θέλει να δώσει ένα παράδειγμα «που θα επιτρέψει στην Γερμανία να σταθεί και πάλι στα πόδια της, αφού αυτός ο φοβερός πόλεμος τερματιστεί». Η σύζυγός του λέει παρόμοια πράγματα: «Στον κόσμο που θα έρθει μετά τον Φύρερ και τον εθνικο-σοσιαλισμό δεν αξίζει πια να ζει κανείς, γι’αυτό απέσυρα τα παιδιά μου. Τα αγαπώ πάρα πολύ για να τα αφήσω να υποστούν αυτό που θα συμβεί μετά. Δεν έχουμε πια παρά μόνον έναν σκοπό: πίστη στον Ηγέτη ως τον θάνατο. Το να μπορέσουμε να τελειώσουμε τις ζωές μας μαζί του είναι μια χάρη της μοίρας, που δεν είχαμε τολμήσει να ελπίσουμε ποτέ.».

Πολλοί άλλοι κάτοικοι του προσωπικού καταφυγίου του Φύρερ θα αυτοκτονούσαν. Οι στρατηγοί Βίλχελμ Μπούργκντορφ (Wilhem Burgdorf), πρώτος υπασπιστής του Χίτλερ, και ο Χανς Κρεμπς (Hans Krebs), τελευταίος επιτελάρχης του στρατού του Ράιχ, ο λοχαγός Φραντς Σέντλε (Franz Schädle), αρχηγός της προσωπικής φρουράς στην Καγκελαρία, τίναξαν τα μυαλά τους στον αέρα.

Ο Μάρτιν Μπόρμαν (Martin Bormann), ο ιδιαίτερος γραμματέας του Φύρερ, και ο δρ [Λούντβιχ] Στουμπφέγκερ (Stumpfegger) κατάφεραν να εγκαταλείψουν το καταφύγιο, αλλά, αιχμαλωτίστηκαν από στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, και προτίμησαν να καταπιούν το δηλητήριο που φύλαγαν σε αμπούλες. Από το καταφύγιο απέδρασε και ο Βάλτερ Χέβελ (Walter Hewel), ο επιτετραμμένος του Ρίμπεντροπ (Ribbentrop) στον Χίτλερ, αλλά αυτοκτόνησε σε μπυραρία του Βέντινγκ (Wedding), μιας συνοικίας του Βερολίνου.

Και το φαινόμενο γενικεύεται. Εδώ, αξιωματικοί και στρατιώτες των Ες-Ες ζητούν να τους παραδοθούν όλα τα οινοπνευματώδη ποτά των καντίνων όπου ήσαν αποσπασμένοι και ρίχνονται κάτω από τις ερπύστριες των αρμάτων μάχης· εκεί, ένας νέος κληρωτός της αεράμυνας της Λουφτβάφε διηγείται: «στρατιώτες των Ες-Ες και ξένοι των Βάφεν Ες-Ες αυτοκτονούν!». Στις 2 Μαΐου, ο συνταγματάρχης Έριχ Μπερενφέγκερ (Erich Bärenfänger), 27 ετών, αυτοκτονεί με την σύζυγό τους σε ένα δρομάκι στην περιοχή της καγκελαρίας.

Έτσι, η άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας στις 8 Μαΐου 1945 δεν διακόπτει αυτές τις αυτοκτονίες. Την ίδια ημέρα, αυτοκτονεί μαζί με την σύζυγό του ο Γιάκομπ Σπρένγκερ (Jakob Sprenger) γκαουλάιτερ της Έσσης-Νασάου. Στο Όσλο, αυτοκτονεί ο Γουλιέλμος Ρέντις (Wilhelm Rediess), στρατηγός των Ες-Ες, αρχηγός της αστυνομίας στην Νορβηγία, ενώ ο Γιόζεφ Τερμπόβεν (Josef Terboven), παλαίμαχος της εποχής του Πραξικοπήματος της Μπυραρίας, χάνεται με θεαματικό τρόπο: προκαλεί έκρηξη 50 κιλών δυναμίτιδας στο καταφύγιό του στο Σκάουγκουμ (Skaugum), κοντά στο Όσλο.

Στις 10 Μαΐου, στο Πίλσεν, ο φυλακισμένος Κόνραντ Χενλέιν (Konrad Henlein), αρχηγός των Σουδητών Ναζί, ανοίγει τις φλέβες του. Ο Χίμλερ (Himmler), αρχηγός των Ες-Ες, επειδή αποκαλύπτεται από τους Βρετανούς που τον συλλαμβάνουν αιχμάλωτο, μασάει μια κάψουλα υδροκυάνιου στο κελί του, στις 23 Μαΐου. Την επομένη, στο Ζάλτσμουργκ, κρεμιέται ο Ρόμπερτ Ρίτερ φον Γκράιμ (Robert Ritter von Greim), τελευταίος διοικητής της Λουφτβάφε, ο οποίος δύο φορές, στις 26 και 28 Απριλίου, έσπασε τον εναέριο αποκλεισμό του Βερολίνου με ένα μικρό αεροπλάνο που οδηγούσε η Χάνα Ράιτς (Hanna Reitsch).

Υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, στρατηγοί, μέλη του κόμματος: εκατόμβη!

Κι άλλοι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι των Ες-Ες αυτοκτονούν. Ανάμεσά τους ο Φίλιπ Μπούχλερ (Philip Bouhler), προϊστάμενος της Καγκελαρίας· ο Οντίλο Γκλόμποτσνικ (Odilo Globocnik), κατασκευαστής στρατοπέδων εξόντωσης· ο Ερνστ Γκράβιτς (Ernst Grawitz), γιατρός που συμμετείχε σε πειράματα, ανατινάζεται με δύο χειροβομβίδες μαζί με την οικογένειά του · ο Φρίντριχ Κρύγκερ (Friedrich Krüger), παλαιός αρχηγός των Ες-Ες και της αστυνομίας της Πολωνίας· ο Χανς Κάμλερ (Hans Kammler), διευθυντής εργασιών στο εργοστάσιο βομβών στο στρατόπεδο Ντόρα, ζητάει από τον υπασπιστή του να τον σκοτώσει· ο Τέοντρορ Ντάνεκερ (Theodor Dannecker), ένας από τους συνεργάτες του Άντολφ Άιχμαν (Adolf Eichmann) στο σχεδιασμό της «Τελικής Λύσης»…

Πολίτες, υψηλόβαθμα στελέχη του ναζιστικού κόμματος πράττουν το ίδιο: ο Μπέρνχαρντ Ρουστ (Bernhard Rust), υπουργός Παιδείας, ο Ότο Γκέοργκ Τίρακ (Otto Georg Thierack), υπουργός Δικαιοσύνης του Ράιχ, ο Έρβιν Μπoύμκε (Erwin Bumke), πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο Λεονάρντο Κόντι (Leonardo Conti) υπεύθυνος του συστήματος υγείας στο υπουργείο Εσωτερικών. Ο Ρόμπερτ Λέι (Robert Ley), πρόεδρος του Γερμανικού Μετώπου Εργασίας, συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Αμερικανούς στα βουνά του Τυρόλου, κρεμάστηκε στο κελλί του στην Νυρεμβέργη στις 25 Οκτωβρίου.

Σε σύνολο αυτοκτόνησαν 8 στους 41 γκαουλάιτερ, 7 στους 47 υψηλόβαθμους αξιωματικούς των Ες-Ες και της αστυνομίας, 53 στους 554 στρατηγούς του στρατού ξηράς, 14 στους 98 πτεράρχους της αεροπορίας και 11 στους 53 ναυάρχους. Σε αυτούς προστίθεται ένας άγνωστος αλλά μεγάλος αριθμός μελών του ναζιστικού κόμματος. Περισσότεροι ακόμη σκέφτηκαν να αυτοκτονήσουν, αλλά στην πορεία άλλαζαν γνώμη. Αυτό συνέβη με τον Ρούντολφ Χες (Rudolf Höss), παλαιός διοικητής του Άουσβιτς, και την σύζυγό του που, εντέλει, αποφάσισαν να ζήσουν «για χάρη των παιδιών» τους. Μια απόφαση για την οποία αργότερα ο Χες εξέφρασε την λύπη του: «Μαζί με τον Φύρερ χάθηκε ο σύμπαν μας. Είχε ακόμη κάποιο νόημα η ζωή για εμάς; Έπρεπε να χαθούμε μαζί με τον κόσμο εκείνο, με τον οποίο μας ένωναν τόσοι ακατάλυτοι δεσμοί!».

Κάτι τέτοιο συνέβη με τον γιο του Μπόρμαν[, Μάρτιν-Άντολφ]. Ήταν 15 ετών και βρέθηκε με συνεργάτες του πατέρα του στο Μπερχτεσγκάρντεν (Berchtesgaden). Βρίσκονταν σε ένα πανδοχείο όταν έμαθαν από το ραδιόφωνο ότι ο Χίτλερ ήταν νεκρός. Τότε, ένας-ένας, άρχισαν να βγαίνουν έξω. Μέσα στο πανδοχείο κανείς δεν έλεγε κουβέντα. Σιωπή, εκτός από εκπυρσοκροτήσεις όπλων που έρχόταν απ’ έξω. Όταν ήρθε η σειρά του, ο νεαρός Μπόρμαν βγήκε έξω και είδε τα πτώματα διάσπαρτα σε όλο τον κήπο, εκτός από ένα παιδί που ήταν ζωντανό και καθόταν σε ένα κούτσουρο. Οι δυο τους αποφάσισαν ότι να μείνουν ζωντανοί. Αργότερα ο νεαρός Μπόρμαν είπε: «Ο κόσμος μου θρυμματίσθηκε· δεν μπορούσα να διακρίνω κανένα μέλλον». Το ίδιο αίσθημα είχε και η Μελίτα Μάσμαν (Melita Maschmann), μέλος του γυναικείου τμήματος της Χιτλερικής Νεολαίας: «Ήμουν πεπεισμένη ότι δεν θα κατάφερνα να επιζήσω μετά την συντριβή του Τρίτου Ράιχ!».

Αυτό το κύμα αυτοκτονιών άρχισε στο πρώτο τρίμηνο του 1945. Τα σοβιετικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ανατολική Πρωσία και την Πομερανία, ενώ οι Σύμμαχοι προχωρούσαν από τα Δυτικά. Στο Πόζναν, οχυρό του οποίου το τέλος πλησίαζε, ο αρχηγός της γερμανικής φρουράς, Ερνστ Γκόνελ (Ernst Gonell) απλώνει στο δάπεδο του γραφείου του την σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό, ξαπλώνει επάνω της και αυτοπυροβολείται με μια σφαίρα στο κεφάλι την νύχτα της 22ας προς 23η Φεβρουαρίου 1945. Κοντά στο Ντούισμπουργκ (Duisbourg) της Ρηνανίας, ο στρατάρχης Βάλτερ Μόντελ (Walter Model), ένας από τους σπάνιους στρατιωτικούς ηγέτες της Βέρμαχτ που εμπιστευόταν ακόμη ο Χίτλερ, αρνείται να αποδράσει με αεροπλάνο. Τα στρατεύματά του περικυκλωμένα αρχίζουν να παραδίδονται κι εκείνος αυτοπυροβολείται στο κεφάλι: αυτή είναι η στάση που περιμένει ο Χίτλερ από τους στρατηγούς του.

Στις 19 Μαρτίου 1945, εξέδωσε διαταγή, που ονομάστηκε «διάταγμα Νέρων», με την οποία πρόσταζε την καταστροφή όλων των βιομηχανικών υποδομών της Γερμανίας. Επιθυμούσε «μια έρημο, όπου δεν θα υπάρχει ίχνος ανθρώπινου πολιτισμού». Μια προτροπή για καταστροφή την οποία επανέλαβαν οι δημοσιογράφοι του κομματικού τύπου και ο Γκαίμπελς: «Αν είναι γραμμένο, διακήρυσσε ο Γκαίμπελς, ότι πρέπει να υποκύψουμε, ολόκληρος ο γερμανικός λαός θα υποκύψει μαζί μας, αλλά με έναν τέτοιον ένδοξο τρόπο, ώστε ακόμη και 1000 χρόνια αργότερα, η ηρωική πτώση των Γερμανών θα καταλαμβάνει την πρώτη θέση στην παγκόσμια Ιστορία!».

Το να επιλέξει κάποιος την αυτοκτονία έναντι της αιχμαλωσίας ή της δίκης από άτομα που θεωρεί κατώτερα απαντάται στην Ιστορία: παραδείγματος χάριν ο Κάτων από την Ιτύκη, και ο Φρειδερίκος ο Μέγας που σκεφτόταν να χρησιμοποιήσει δηλητήριο. Εκτός από πράξη απελπισίας, η αυτοκτονία ήταν, στον νου των ναζί ηγετών, μια πράξη τιμής.

Ωστόσο, το κύμα αυτοκτονιών ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια των Γερμανών που ήσαν αφοσιωμένοι στον ναζισμό. Αυτό ακριβώς, ανησυχούσε την υπηρεσία ασφαλείας των Ες-Ες τον Μάρτιο του 1945: «Οι άνθρωποι συνηθίζουν στην ιδέα να τερματίσουν οι ίδιοι τον βίο τους. Παντού, σημειώνεται μια πολύ μεγάλη αύξηση της ζήτησης για δηλητήρια, ρεβόλβερ και για άλλα μέσα που οδηγούν στην αφαίρεση ζωής. Οι αυτοκτονίες από αυθεντική απελπισία έναντι της αναμενόμενης βέβαιης καταστροφής είναι στην ημερήσια διάταξη.». Μέλη της Χιτλερικής Νεολαίας μοίρασαν δηλητήριο στο τελευταίο κονσέρτο της Φιλαρμονικής του Βερολίνου στις 12 Απριλίου 1945.

Ακόμη κι αν ο βερολινέζος πάστορας Γκέρχαρντ Γιακόμπι (Gerhard Jacobi) θύμισε στο κήρυγμά του ότι η αυτοκτονία είναι μια ανήθικη πράξη. «Ο κίνδυνος επιδημίας αυτοκτονιών υπάρχει, είπε. Όλοι οι Βερολινέζοι γνωρίζουν ότι οι Ρώσοι θα βρίσκονται σύντομα στο Βερολίνο και δεν βλέπουν άλλη εναλλακτική λύση από το υδροκυάνιο.».

Η επέλαση των σοβιετικών στρατευμάτων, που αναμφίβολα μάχονται, αλλά και λαφυραγωγούν και καταστρέφουν και βιάζουν, επιδρά στον αριθμό των αυτοκτονιών. Στο Σιβελμπλάιν (Schivelbein), χωριό στην Πομερανία, ένας πάστορας σημείωσε: «Οι καλές οικογένειες έβαλαν μαζί τέλος στην ζωή τους, πνίγηκαν, κρεμάστηκαν, έκοψαν τις φλέβες τους ή αυτοπυρπολήθηκαν μέσα στα σπίτια τους.». Ομαδικές αυτοκτονίες σημειώθηκαν κατά χιλιάδες στην περιοχή που αργότερα έγινε Ανατολική Γερμανία και στην Σουδητία.

Στο Βερολίνο, ο αριθμός των αυτοκτονικών γυναικών υπολογίζεται σε 10.000 επί 100.000 βιασμένων γυναικών. Στο Αμβούργο, αντιθέτως, όπου υπήρξαν βίαιοι βομβαρδισμοί, το ποσοστό αυτοκτονιών έμεινε σταθερό. Στην Φραγκφούρτη και στην Δυτική Γερμανία γενικώς, ισχύει η ίδια παρατήρηση. Συνεπώς, ο φόβος των «μποσλεβικο-μογγολικών ορδών», όπως ονόμαζε τα σοβιετικά στρατεύματα η χιτλερική προπαγάνδα, έπαιξε έναν αποφασιστικό ρόλο στις αυτοκτονίες στο ανατολικό τμήμα της χιτλερικής Γερμανίας. Για μια φορά η προπαγάνδα συναντήθηκε με την πραγματικότητα.

Περαιτέρω μελέτη
Richard J. Evans: The Third Reich, τ. III, 1939-1945. Penguin Press, 2009.
Christian Goeschel: Suicide in Nazi Germany. Oxford University Press, 2015.
Antony Beevor: The Fall of Berlin 1945. Penguin Books. 2003.
Joachim Fest: Inside Hitler’s Bunker. The Last Days of the Third Reich. Picador, 2005.

Κείμενο του Του Frédéric Valloire. Απόδοση στα ελληνικά: Δημήτρης Κοκκώνης

Ένας γενναίος Οθωμανός ιεροδικαστής που θυσιάστηκε για τους Ρωμιούς — Ροΐδη και Λασκαράτου Εμμονές

Λ ό γ ο ς [Η Ελλάδα έχει χρέος να τον τιμήσει] του Αναγνώστη Λασκαράτου Στα τελευταία χρόνια της οθωμανικής Κατοχής στο Ρωμέικο, ο θεσμός του Σεϊχουλισλάμη («Σεϊχ Ουλ Ισλάμ») είχε ήδη αναβαθμισθεί, ήταν το τρίτο σημαντικό πρόσωπο της αυτοκρατορίας μετά τον Σουλτάνο και το Μεγάλο Βεζύρη. Ασφαλώς δεν ήταν Χαλίφης της Βαγδάτης, ούτε Πάπας […]

via Ένας γενναίος Οθωμανός ιεροδικαστής που θυσιάστηκε για τους Ρωμιούς — Ροΐδη και Λασκαράτου Εμμονές

Η εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη

Ένας ελάχιστα γνωστός πίνακας για την εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του Αργυριάδη, Καλούμενου και Μπάτση. Είναι του γαλλικής καταγωγής βρετανού ζωγράφου Peter Laurent de Francia. Διαβάστε την ωραία ιστορία του στο ιστολόγιο The execution of Beloyannis | Nikos Beloyannis, Peter de Francia. One painting. A century of history.

Ελληνική ταυτότητα;

Υπονομευμένη πανταχόθεν η ελληνική ταυτότητα νομίζω.

Αν η συνείδηση ενός κοινού παρελθόντος είναι συστατικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητάς μας, θα συμφωνήσετε ότι αυτή κλονίζεται στις μέρες μας,  περισσότερο από ποτέ. Παραλείπω τα πολλά τεκμήρια, που αφθονούν ιδίως αυτές τις ημέρες του 195ου εορτασμού της Επανάστασης του 1821.

Αν η συναντίληψη για το παρόν είναι ένα ζωντανό συστατικό στοιχείο της ελληνικής ταυτότητάς μας, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί βάσιμα ότι υπάρχει μια κυρίαρχη αντίληψη για το παρόν μας; Και εδώ τα τεκμήρια είναι πολλά και προσιτά σε όλους διά της κοινής εμπειρίας μας.

Οι μεγάλοι μάστορες της ποίησης και της μουσικής, που από την δεκαετία του 1930 ως την δεκαετία του 1970 όρισαν εν  πολλοίς με το έργο τους την νεοελληνική συνείδηση, μας έχουν αφήσει προ πολλού, και πόση άλλη άνοιξη να κομίσει ο Μίκης Θεοδωράκης; Εκείνοι (σκέφτομαι τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Ρίτσο, τον Γκάτσο, τον Θεοδωράκη, τον Χατζηδάκι, τον Χάλαρη) μας πρότειναν κατάλληλα κατεργασμένα και δεμένα διαμάντια της παράδοσης.

Εκείνοι (σκέφτομαι τους ίδιους, και άλλους πολλούς) μας έδιναν στοιχεία ενός οράματος για το μέλλον — ουσιαστικότατου συστατικού για την συγκρότησης μιας ελληνικής ταυτότητας.

Σήμερα μένουμε κάπως μετέωροι και υποχρεωμένοι να μιλούμε διστακτικά για το θέμα της ελληνικής ταυτότητας με την παρέα μας, και όχι διά μακρών.

Και ποια συλλογικότητα αναλαμβάνει το χρέος να ανοίξει το θέμα της ελληνικής ταυτότητας σήμερα; Τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, τα ιδρύματα χορηγών, οι σύλλογοι διανοουμένων, επιστημόνων, καλλιτεχνών;

Salva nos, Domine, vigilantes custodi nos dormientes!

Το κενό υπόσχεται ότι καλύπτει η Huffington Post Greece, που ανέβασε σχετική σελίδα και εγκαινίασε σχετικό hashtag: #modernGreekIdentity.

faitakis_2

Λεπτομέρεια υπαίθριας τοιχογραφίας του Σταύρου Φαϊτάκη στο Μαϊάμι των ΗΠΑ (Wynwood Walls). «Η σωτηρία της ψυχής είναι μεγάλο πράγμα», θα ήθελα θυμηθούμε αντί άλλου σχολίου…

 

Να δηλώνουμε υποτέλεια για να σωθούμε;

Μέρα που είναι κολάστηκα: νεο-φιλελεύθερος συνομιλητής υπερασπιζόμενος την υποτέλεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποστήριξε: Αν ζούσε ο Κολοκοτρώνης, θα υπέγραφε όλα τα Μνημόνια που θα χρειαστούν.

Τον ρώτησα: Να δηλώνουμε υποτέλεια για να σωθούμε; Αλλά, απέφυγε να απαντήσει ευθέως, κι έτσι αρχίσαμε μια συζήτηση για την κακή αναλογία…

Γύρισα στο σπίτι, κι έκτοτε διαβάζω τα απομνημονεύματα του Κολοκοκτρώνη και προσπαθώ να καταλάβω πώς υπέγραψε την Πράξη της Υποτέλειας στην Αγγλία, με την οποία οι Έλληνες ζητούσαν την αποκλειστική προστασία της Αγγλίας – η έμφαση είναι στην λέξη «αποκλειστική», που εννοείται ότι απέκλειε την αποδοχή συνδρομής από την Ρωσία, αν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Στο όνομα του ρεαλισμού, γράφουν όσοι λίγοι ιστορικοί αναφέρονται στο γεγονός και επιχειρούν να το αποτιμήσουν.

Η αλήθεια είναι ότι έχω την αίσθηση πως η αρχή που ενέπνευσε τους Έλληνες στα πρώτα στάδια της Επανάστασης του 1821, και έλκει την καταγωγή της από τον Ρήγα, δηλαδή «να στηριχτούμε στις δυνάμεις μας» είχε νοθευτεί ήδη από την επιστολή Υψηλάντη, «και θέλετε ιδή μίαν κραταιάν δύναμιν», στο όνομα του διπλωματικού ελιγμού, είχε ήδη υπονομευτεί συστηματικά από τους Φαναριώτες και τους προεστούς που ζητούσαν την βοήθεια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων στο όνομα της ομοδοξίας και της αρχαίας κληρονομιάς, και είχε ανατραπεί από την στιγμή που ο Μοχάμετ Άλι και ο Ιμπραήμ συμμάχησαν με τον σουλτάνο.

Χωρίς καθυστέρηση αντιγράφω (σε πολυτονικό, μη θυμώσει και ο Τερτσέτης):

Ἰδοὺ πῶς ἐστάθηκε ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναφορᾶς διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Ἀγγλίας. Μία φορὰ ἔλαβα ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸν Ρώμα καὶ μοῦ ἔλεγε, ὅτι ὁμίλησε μὲ τὸν Ἄδαμ. Ὁ Ἄδαμ τοῦ εἶπε: «Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποσπάσωμεν τὸν Κολοκοτρώνην ἀπὸ τὸ ἀρχοντικὸ κόμμα;» Τὸ κόμμα αὐτὸ ἐνομίζετο ἀγγλοδιωκτικὸ καὶ ρωσολάτρικο, καὶ αὐτὸ τὸ διέδιδαν οἱ Μαυροκορδατισταί. Μοῦ ἔγραψε ὁ Ρώμας καὶ μοῦ ἔλεγε τὰ ὅσα τοῦ εἶπε, καὶ νὰ τοῦ γράψω ἰδιοχείρως τὸ φρόνημά μου. Ἐγὼ τοῦ ἀπεκρίθηκα ὅτι: «Δὲν εἶμαι ἀγγλοδιωκτικὸς καὶ ρωσολάτρης, ἀλλὰ εἶμαι φίλος ἐκείνου ὁποὺ θέλει νὰ κάμει τὸ καλὸν τῆς πατρίδος μου, καὶ γίνου ἐγγυητὴς εἰς τὴν ἐξοχότητά του τὸν Ἄδαμ, καὶ ὁ Ἄδαμ ἂς γίνει εἰς τὴν αὐλήν του διὰ τὰ φρονήματά μου». Ὁ Ἄδαμ ἔστειλεν εἴδησιν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ μὲ μερικὸν καιρὸν ἔκραξε τὸν Ρώμα, ἐκλείσθηκε δύο ἡμέρες, ἔκαμε τὸ σχέδιο τῶν ἀναφορῶν, καὶ τὴν ἔστειλε τὴν μίαν νὰ τὴν ὑπογράψω ἐγώ, καὶ τὴν ἄλλην ὁ Μιαούλης· τὴν ὑπογράψαμεν· Ἐννοεῖτο τὸ Ἔθνος συνασμένον εἰς Συνέλευσιν, καὶ ἔτζι τὸ Βουλευτικό, τὸ Ἐκτελεστικὸ ὑπόγραψαν ὡς ἄτομα, ὄχι ὡς διοίκησις. Ἔλεγε ὅτι τὸν παρόντα νόμον νὰ ἐκτελέσουν οἱ πρόεδροι τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Ὑπογράφθηκα Πρόεδρος τῶν ἑνωμένων ἐπαρχιῶν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ ἀρχιστράτηγος τῆς Ἑλλάδος· Μιαούλης, πρόεδρος τῶν νήσων, καὶ ναύαρχος τῶν κατὰ θάλασσαν Ἑλληνικῶν δυνάμεων. Αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τῆς ἀναφορᾶς διὰ τὴν Λόνδρα, τὴν ἐπικύρωσε τὸ Ἔθνος εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς Ἐπιδαύρου καὶ τῆς Τροιζῆνος.

Γεώργιος Τερτσέτης: Διηγήσεις ἀγωνιστῶν του Εἰκοσιένα.

Μου φαίνεται ότι μόνον η κακόβουλη και ηθελημένη στρέβλωση μπορεί να επιχειρήσει την αναλογία ανάμεσα στην κατάσταση του 1823 και στην κατάσταση του 2010.

Ακόμη κι αν μια τέτοια αναλογία ήταν επιτυχημένη: Φαναριώτες και προεστοί ετοίμασαν μαζί με έλληνες μεταπράτες της αγγλικής Ζακύνθου, οι αδελφοί Βιδάλη, εκτός της επαναστατημένης χώρας και ενάντια σ’ αυτήν και τους πολεμιστές της, την διαβόητη Πράξη της Υποτέλειας, όπως μεταφράζουμε τον τίτλο «Act of Submission» που έλαβε, όταν αρχειοθετήθηκε στο αγγλικό Υπουργείο Εξωτερικών. Την διακίνησαν εκβιαστικά και εξω-διαδικαστικά. Στα χέρια του Κολοκοτρώνη έφτασε, όταν πολλοί εξ αυτών είχαν βάλει την υπογραφή τους.

Νεο-φιλελεύθερε συνομιλητή, μου φαίνεται ότι μόνον η επιδίωξη κακόβουλης στρέβλωσης ή η προκλητική αμάθεια μπορεί να επιχειρήσει την αναλογία ανάμεσα στην κατάσταση του 1825 και στην κατάσταση του 2010. Η καταλυτικότερη είναι ότι το 1825 δεν είχαν αλλά επιδίωκαν να αποκτήσουν κράτος, ενώ το 2010 είχαμε κράτος 185 ετών.

Τελεία και παύλα.-

 

Γιατί δεν παραδίνονταν οι Γερμανοί το 1945;

Μολονότι τόσο ο Φλαϊσχάουερ του Σπίγκελ. όσο και ο Κέρσο φλερτάρουν κομψότατα και επικίνδυνα με το αξιακό σύστημα της γερμανικής κουλτούρας εν γένει, το οποίο θεωρούν πως βρίσκεται πίσω από την μέχρις εσχάτων αντίσταση των Γερμανών την άνοιξη του 1945 κατά των Σοβιετικών, των Αμερικανών και των Άγγλων, εντούτοις, κατά την συζήτησή τους προκύπτουν πολλαπλά αίτια, π.χ. ο φόβος του τι μπορούσε να τους συμβεί αν έπεφταν ηττημένοι στα χέρια των «μπολσεβικο-μογγόλων», εναντίον των οποίων αγωνιζόταν όχι μόνον το  Τρίτο Ράιχ, αλλά και οι Ιταλοί και οι Ιάπωνες (Anti-Commintern Pact, Αντιδιεθνιστικό Σύμφωνο)· επίσης, η καθολική ναζιστική προπαγάνδα κατά των Σοβιετικών και υπέρ της υπεράνθρωπης ικανότητας του Χίτλερ ως ηγέτη, η καλλιέργεια της εντύπωσης ότι δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον χωρίς αυτόν και έξω από τον εθνικοσοσιαλισμό· η αίσθηση στα πρόθυρα της υστερία ότι «there is no alternative», TINA όπως θα μας θύμιζε η μακαρίτισσα Μάργκαρετ Θάτσερ στην δεκαετία του 1980· η σχετική δυνατότητα παραγωγής ενέργειας, πυρομαχικών και όπλων που διασφάλιζε ο Σπέερ, τα σχετικά αποθέματα τροφίμων, η ψυχολογικών ενδιαφέρουσα επιμονή στην επιτέλεση των μικρών καθημερινών καθηκόντων ως προβολής της θέλησης να ανασχεθεί η ορμητική έκβαση των γεγονότων. Όλα αυτά προκύπτουν από την ανάλυση της βασικής θέσης του Κέρσο: Σε στιγμές της Ιστορίας σαν αυτή που ζούσαν οι Γερμανοί την άνοιξη του 1945 είτε ξεσπά επανάσταση (όπως συνέβη το 1918, άλλωστε στην ίδια χώρα) είτε πραξικόπημα μεταξύ των ηγετών, εκδοχή που είχε συστηματικά ελεγχθεί από τον Χίτλερ εγκαίρως, και ιδίως μετά την απόπειρα δολοφονίας του τον Ιούλιο του 1944.

Αξίζει να διαβάσουμε, και μάλιστα προσεκτικά, το βιβλίο του Ίαν Κέρσο, The End. Hitler’s Germany 1944-45. Penguin 2012.

Συνέντευξη στον Σπίγκελ (SPIEGEL). Διαδικτυακή δημοσίευση στις 18/11/201

Ο Ίαν Κέρσο (Ian Kershaw) για τις τελευταίες ημέρες του Τρίτου Ράιχ

‘Η επιρροή του Χίτλερ ήταν μοιραία’

Σε συνέντευξή του στον Σπίγκελ, ο πλέον ευπώλητος βρετανός ιστορικός Ίαν Κέρσο μιλάει για τις τελευταίες ημέρες του Τρίτου Ράιχ, για το γιατί οι Γερμανοί επέμεναν, όταν ήταν σαφές ότι όλα είχαν χαθεί και τις ολέθριες επιπτώσεις της αποτυχημένης απόπειρας δολοφονίας του Χίτλερ στις 20 Ιουλίου 1944.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Καθηγητά Κέρσο, περάσατε τα τελευταία τρία χρόνια μελετώντας την κατάρρευση της ναζιστικής Γερμανίας. Εντέλει, μένουμε κουνώντας το κεφάλι μας έκπληκτοι για το παράλογο της τελευταίας φάσης, ή εσείς ως ιστορικός αισθάνεστε επίσης κάτι κοντινό προς τον θαυμασμό για την επιμονή των Γερμανών;

ΚΕΡΣΟ: Οπωσδήποτε η κίνηση του κεφαλιού κυριαρχεί. Είμαι πεπεισμένος ότι εμείς οι Άγγλοι θα παραιτούμασταν πιο σύντομα. Είναι ασφαλώς ασυνήθιστο μια χώρα να εξακολουθεί να πολεμάει ως την ολοκληρωτική αυτοκαταστροφή. Είναι στάση που βλέπουμε συνήθως στους εμφύλιους πολέμους, αλλά όχι σε συγκρούσεις όπου εχθρικές μεταξύ τους χώρες βρίσκονται σε πόλεμο η μια εναντίον της άλλης.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Στην αρχή του νέου βιβλίου σας εγείρετε την ερώτηση γιατί οι Γερμανοί επέμειναν επί τόσο καιρό. Τι είναι που προφανώς θα έπρεπε να είχαν κάνει;

ΚΕΡΣΟ: Σε κάθε ένοπλη σύγκρουση, υπάρχει τελικώς μια στιγμή οπότε η μία πλευρά αντιλαμβάνεται ότι όλα έχουν τελειώσει. Αν οι άνθρωποι που βρίσκονται στην εξουσία δεν παραδοθούν, αλλά, αντί να το πράξουν, εξακολουθούν να βυθίζουν την χώρα τους στα ερείπια, Ρούντολφ Γιόρνταν (Rudolph Jodan) υπάρχει είτε επανάσταση από τα κάτω, όπως συνέβη στην Γερμανία και στην Ρωσία κοντά στο τέλος του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου, είτε εκδηλώνεται πραξικόπημα από τις ελίτ, που επιχειρούν να σώσουν ό,τι μπορεί ακόμη να σωθεί. Το παράδειγμα γι’αυτό είναι η ανατροπή του Μπενίτο Μουσολίνι στην Ιταλία, τον Ιούλιο του 1943.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Ποια είναι η ύστατη στιγμή οπότε οι Γερμανοί θα έπρεπε να είχαν αναγνωρίσει ότι δεν μπορούσαν πια να κερδίσουν τον πόλεμο;

ΚΕΡΣΟ: Θα έλεγα το καλοκαίρι του 1944, μετά από την επιτυχημένη απόβαση των Συμμάχων στην Νορμανδία και τα τεράστια εδαφικά κέρδη των Ρώσων στην Ανατολή. Σ’εκείνο το σημείο, ο πόλεμος είχε αντικειμενικά κριθεί, ακόμη κι αν η γερμανική κοινή γνώμη δεν το έβλεπε έτσι. Αλλά, αρχίζοντας από τον Δεκέμβριο του 1944, μετά την αποτυχημένη επίθεση των Αρδεννών (σημ. εκδ.: επίσης γνωστή και ως Μάχη της Μπουλζ), ήταν επίσης σαφές στην ελίτ της εξουσίας στο γερμανικό Ράιχ ότι στρατιωτικά δεν υπήρχε πια τίποτε να κερδηθεί. Σ’αυτό το σημείο, θα είχε νόημα να αρχίσουν συνομιλίες για την παράδοση.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Μέχρι το τέλος, η ηγεσία των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, της Βέρμαχτ, είχαν αγκιστρωθεί στην ελπίδα ότι η Συμμαχία θα διαλυόταν και έτσι θα άνοιγε ο δρόμος για χωριστή ειρήνη με τις Δυτικές δυνάμεις. Με δεδομένη την ταχύτατη διάλυση της στρατιωτικής συμμαχίας και την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, αυτή η ιδέα δεν φαίνεται ολωσδιόλου παράλογη.

ΚΕΡΣΟ: Φυσικά, η ιδέα δεν ήταν ηλίθια, αλλά σ’εκείνο το σημείο του πολέμου, το στοίχημα ότι θα διαλυόταν η συμμαχία ισοδυναμούσε ολωσδιόλου με αυταπάτη. Ποτέ δεν υπήρξαν σοβαρές σκέψεις στους Δυτικούς Συμμάχουν να συνεχίσουν μόνοι τους. Η ύψιστη προτεραιότητα ήταν η κατανίκηση του χιτλερικού Ράιχ, και για τον σκοπό αυτό ήταν απαραίτητη η συμμαχία με τους Ρώσους. Ο Τσόρτσιλ (Churchill), όσο κι αν δεν είχε εμπιστοσύνη στον Στάλιν, το υποστήριξε πολλές φορές με επιχειρήματα και δεν άκουγε άλλες εναλλακτικές.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Το βιβλίο σας αρχίζει με την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας κατά του Χίτλερ τον Ιούλιο του 1944. Κατά την άποψή σας, η αποτυχημένη δολοφονία παρέτεινε κατά πολύ τον πόλεμο.

ΚΕΡΣΟ: Η συνωμοσία της 20ης Ιουλίου οδήγησε στην ενδυνάμωση του καθεστώτος, τουλάχιστον προσωρινά. Υπήρξε μια αξιοσημείωτη αύξηση της δημοτικότητας του Χίτλερ. Το σοκ από την επίθεση ήταν τεράστιο, όπως μπορούμε να αντιληφθούμε από πολλά ιδιωτικά κείμενα. Αλλά, ακόμη σημαντικότερο ήταν το γεγονός ότι ακολούθησε η εκκαθάριση του σώματος των αξιωματικών της Βέρμαχτ. Αρχι-νομιμόφρονες αντικατέστησαν ανθρώπους που θεωρήθηκαν αναξιόπιστοι. Ως αποτέλεσμα, κάθε αντίσταση εξαλείφθηκε.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Σημειώνεται ότι ο χιτλερικός χαιρετισμός εισήχθη στην Βέρμαχτ μόλις το καλοκαίρι του 1944. Γιατί τόσο αργά;

ΚΕΡΣΟ: Ο Χίτλερ χρειαζόταν την Βέρμαχτ πιο πολύ από άλλα μέρη του ναζιστικού καθεστώτος, γι’αυτό τον λόγο υπήρξε σχετικά προσεκτικός κατά τις συναλλαγές του με την ηγεσία της και για τόσον καιρό. Η απόπειρα της 20ης Ιουλίου τον ώθησε να συμπεράνει ότι ήταν καιρός να επαναφέρει σε τροχιά τον στρατό. Στο σώμα των αξιωματικών υπήρχε ισχυρή συναίνεση με τους στόχους και την νοοτροπία του ναζιστικού κράτους. Αλλά, όταν κάποιος εξετάζει έναν αρχι-ναζί όπως ο Στρατάρχης Φέρντιναντ Σένερ (Ferdinand Schörner), βλέπουμε την απόσταση που χωρίζει κάποιον σαν αυτόν από τους περισσότερους άλλους ανώτερους αξιωματικούς, που ναζιστικοποιήθηκαν αλλά δεν υπήρξαν ποτέ αληθινοί ναζί.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Το καλοκαίρι του 1944, οι περισσότερες μεγάλες γερμανικές πόλεις κείτονταν σε ερείπια, και από την ήττα στο Στάλινγκραντ και εξής, δεν υπήρχαν ειδήσεις για αποφασιστικές νίκες στο μέτωπο. Πώς ήταν το ηθικό του πληθυσμού;

ΚΕΡΣΟ: Μεγάλη ανησυχία, άγχος και κατάθλιψη. Αλλά, η εμπιστοσύνη στον Χίτλερ δεν είχε ακόμη εξαφανιστεί. Μόνον στο τέλος του 1944 άρχισε αυτή να κατακρημνίζεται σαν βράχος. Σύμγωνα με την αναφορά της υπηρεσίας ασφαλείας κοντά στο Μπέρχτεσγκάντεν (Berchtesgaden), τον Μάρτιο του 1945, την ημέρα του Χέλντενγκεντενκταγκ (Heldengedenktag, σημ. εκδ.: μια ναζιστική αργία για την τιμή των πεσόντων ηρώων), κανείς πια δεν ήθελε να απαντήσει στον χιτλερικό χαιρετισμό με τον ίδιο τρόπο.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Πόσο αξιόπιστες είναι αυτές οι αναφορές, με τις οποίες η ναζιστική ηγεσία συνήθιζε να ενισχύει το ηθικό στην χώρα;

ΚΕΡΣΟ: Οι αυθεντικές αναφορές από την βάση είναι σχετικά ασαφείς στις κρίσεις τους. Στο μέσον του 1944, ο γραμματέας του Χίτλερ, Μάρτιν Μπόρμαν (Martin Bormann), σταμάτησε την κυκλοφορία κεντρικών περιλήψεων αυτών των αναφορών από το Ράιχ, με το επιχείρημα ότι απεικόνιζαν την διάθεση του κόσμου με υπερβολικά αρνητικό τρόπο. Οι αναφορές από τους αξιωματικούς προπαγάνδας, που αποστέλλονταν στον Γιόζεφ Γκαίμπελς (Joseph Goebbels), επίσης αποκαλύπτουν αυτή την γενική πτώση του ηθικού. Υπάρχουν συχνά σημειώσεις στην σελίδα, όπου ο Γκαίμπελς έχει τραβήξει μια παχιά γραμή με πράσινο μελάνι, επειδή περίμενε αναφορές για νίκες.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Ο Γκαίμπελς ήταν, που μετά την 20ή Ιουλίου, ήθελε να ζητήσει από τους αμάχους μεγαλύτερες θυσίες. Υπήρξε προσεκτικότερος ο Χίτλερ σε αυτό το θέμα;

ΚΕΡΣΟ: Ο Χίτλερ είχε πάντα τεταμένη την προσοχή του σε οτιδήποτε μπορούσε να υπονομεύσει το ηθικό του γερμανικού λαού. Ήταν ένα μάθημα που είχε πάρει από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ότι, δηλαδή, ήταν σημαντικό να κρατείται υψηλό το ηθικό του λαού, αλλιώς θα σημειωνόταν εξέγερση από τα κάτω, όπως συνέβη το 1918. Γι’αυτό βεβαιωνόταν ότι οι βαυαροί γεωργοί συνέχιζαν να έχουν την μπίρα τους. Ο Γκαίμπελς έβλεπε πιο καθαρά από τον Χίτλερ ότι οι Γερμανοί ήσαν όντως έτοιμοι να αντέξουν σκληρότερα μέτρα, εφόσον αυτά έθιγαν όλους εξίσου.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Το σύστημα λειτούργησε ως το τέλος. Μόνον μερικούς μήνες πριν από το τέλος του πολέμου, υποβάλλονταν αιτήσεις για άδεια οικοδομής και εγκρίνονταν, και οι μισθοί καταβάλλονταν κανονικά. Το τελευταίο κονσέρτο της Φιλαρμονικής του Βερολίνου έγινε στις 12 Απριλίου 1945.

ΚΕΡΣΟ: Και η σοβιετική επίθεση στην γερμανική πρωτεύουσα άρχισε τέσσερις ημέρες αργότερα. Το ακροατήριο είχε πάρει θέση στην χωρίς θέρμανση αίθουσα της Φιλαρμονικής φορώντας βαριά παλτά, ενώ ο (Βίλχελμ) Φουρτβένγκλερ (Wilhelm Furtwängler) διηύθυνε την Συμφωνία αρ. 4 του Μπρούκνερ (Bruckner).

ΣΠΙΓΚΕΛ: Και στις 23 Απριλίου 1945, η Μπάγιερν Μονάχου (Bayern München) νίκησε την TSV 1860 Μονάχου στο ποδοσφαιρικό ντέρμπι της πόλης.

ΚΕΡΣΟ: Ναι, κέρδισαν 3:2. Όταν το διάβασα αυτό, σοκαρίστηκα τόσο πολύ, που σκέφτηκα ότι η ημερομηνία ήταν λανθασμένη. Αλλά, ήταν σωστή.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Έχετε κάποια εξήγηση γι’ αυτή την αλλόκοτη ανάγκη να διατηρήσουν την ομαλότητα;

ΚΕΡΣΟ: Την ομαλότητα της ρουτίνας, ακόμη κι αν είναι απλώς μια τεχνητή ομαλότητα, είναι πιθανώς σημαντική για την λειτουργικότητα της ανθρώπινης τάξης. Πηγαίνετε στην δουλειά και ελέγχετε τα αρχεία σας, ακόμη κι αν η εργασία που κάνετε είναι απολύτως άχρηστη. Κι όταν πια δεν υπάρχει το γραφείο σας, επειδή βομβαρδίστηκε, εσείς απλώς απασχολείστε κάπου αλλού

ΣΠΙΓΚΕΛ: Αλλά, αυτό δεν είναι αρκετό για την διατήρηση της δημόσιας τάξης.

ΚΕΡΣΟ: Είναι αλήθεια ότι δεν θα ήταν αρκετό χωρίς καλά εκπαιδευμένους δημοσίους υπαλλήλους. Η υποδειγματική γραφειοκρατία ήταν η ραχοκοκκαλιά του καθεστώτος. Ακόμη και η ταχυδρομική υπηρεσία διατηρήθηκε ακέραιη λίγο ως πολύ. Όταν καταστράφηκε το σιδηροδρομικό δίκτυο, ο υπουργός Ταχυδρομείων του Ράιχ εξέδωσε οδηγία να χρησιμοποιούνται μοτοσυκλέτες αντί τρένων. Όταν άρχισαν να λείπουν τα καύσιμα για τις μοτοσυκλέτες, άλλαξαν σε ποδήλατα. Στο τέλος, περπατούσαν μέσα απ’ τα βουνά με ένα σακκίδιο στην πλάτη τους. Είναι παράξενο όταν το φαντάζεσαι, αλλά δούλεψε.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Αναγνωρίζετε κάποιο ειδικά γερμανικό χαρακτηριστικό σε όλα αυτά;

‘Υπήρχε κάτι τυπικά γερμανικό σε όλα αυτά’

ΚΕΡΣΟ: Όσο και να χρησιμοποιήσω την φαντασία μου, δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν στην Ιταλία ή την Ελλάδα. Υπήρχε κάτι χαρακτηριστικά γερμανικό σ’αυτό. Δεν το εννοώ αυτό ως εθνικό στερεότυπο. Το σκέφτομαι περισσότερο ως στοιχείο πολιτισμικής παράδοσης, που μεταδόθηκε μέσω της εκπαίδευσης και ενίσχυσε συγκεκριμένες αρετές. Σε ένα σημείο στο βιβλίο μου παραθέτω τον Φρίντριχ Βίλχελμ Κρίτζινγκερ (Friedrich Wilhelm Kritzinger), τον γραμματέα της Καγκελαρίας, ο οποίος, όταν ρωτήθηκε κατά την διάρκεια της ανάκρισης γιατί συνέχισε να εργάζεται με τόση επιμέλεια ως το τέλος, απάντησε έκπληκτος ότι αυτό ήταν το καθήκον του. Μάλιστα, δεν καταλάβαινε καν την ερώτηση.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Οι Γερμανοί στερούνται της ικανότητας να χαλαρώνουν;

ΚΕΡΣΟ: Θα μπορούσαμε να το θέσουμε και έτσι. Φυσικά, είναι πράγματι πολύ θετικό να έψει κάποιος την αίσθηση του καθήκοντος, ακόμη και της τιμής. Αλλά, οι ναζί διέστρεψαν εντελώς αυτές τις αξίες. Τι σημαίνει καθήκον για έναν στρατηγό στην τελική φάση του Ράιχ; Να εξακολουθήσει να μάχεται, έως ότου όλα σωριαστούν σε ερείπια; Ή, να εκδώσει διαταγή παράδοσης;

ΣΠΙΓΚΕΛ: Πιθανώς υπήρχαν πάρα πολλοί αφοσιωμένοι ναζί, που πίστευαν ειλικρινά στην υπόθεσή τους. Ο τυχοδιωκτισμός μπορεί κάποτε να είναι ευεργετικός.

ΚΕΡΣΟ: Αυτό πιθανώς είναι αλήθεια. Σε πολλές περιπτώσεις, η μοίρα μιας πόλης ορίζεται από το κατά πόσον κυβερνάται από ανθρώπους που απλώς θέλουν να σώσουν τον εαυτό τους, ή από φανατικούς που θα διέτασσαν την εκτέλεση οποιουδήποτε σήκωνε λευκή σημαία στο παράθυρό του. Πάρτε για παράδειγμα το Μπρεσλάου (Breslau) (σημ. εκδ.: σήμερα Βρότσλαβ),όπου ο Καρλ Χάνκε (Karl Hanke), ο τοπικός γκαουλάιτερ (σημ. εκδ.: περιφερειακός ηγέτης του ναζιστικού κόμματος), εξέδωσε διαταγή για αντίσταση μέχρι τον τελευταίο άνδρα. Το κέντρο της πόλης ισοπεδώθηκε, και ο πληθυσμός υπέμεινε ανείπωτα βάσανα, έως ότου το Μπρεσλάου έπεσε στα χέρια των Σοβιετικών – όλα αυτά ήσαν μάταια.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Ο ίδιος ο Χάνκε φρόντισε να επιβιβαστεί στο τελευταίο αεροπλάνο που απογειώθηκε από το Μπρεσλάου.

ΚΕΡΣΟ: Αυτό ήταν χαρακτηριστικό για τους κομματικούς αξιωματούχους, που έκαναν λόγο για αντίσταση ως την τελευταία σφαίρα. Αλλά μόνον 2 από τους 43 γκαουλάιτερ σκοτώθηκαν στη μάχη. Οι περισσότεροι κατέφυγαν σε ασφαλείς προορισμούς αρκετά νωρίς, εγκαταλείποντας τον πληθυσμό.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Πολλοί στρατιωτικοί ιστορικοί τονίζουν το ειδικό πολεμικό πνεύμα της γερμανικής Βέρμαχτ. Για τους κοινούς στρατιώτες, υπήρχε άλλη εναλλακτική εκτός από την εξακολούθηση της μάχης;

ΚΕΡΣΟ: Το μόνο πράγμα που μπορώ να δω θα ήταν η λιποταξία, που θα επέσυρε την θανατική ποινή, αν (οι λιποτάκτες) συλλαμβάνονταν (από τους άλλους συστρατιώτες τους).

ΣΠΙΓΚΕΛ: Πώς κρίνετε τον Χίτλερ ως στρατιωτικό αρχηγό;

ΚΕΡΣΟ: Η επιρροή του, ειδικά στην τελευταία φάση του πολέμου, ήταν ασφαλώς μοιραία. Αλλά, πολλοί στρατηγοί διευκόλυναν υπερβολικά τους εαυτούς τους, μετά τα γεγονότα, ρίχνοντας τα βάρη για όλες τις λανθασμένες αποφάσεις σ’ εκείνον. Αν διαβάσετε τις ενημερωτικές αναφορές, θα δείτε ότι ο Χίτλερ σπανίως έκανε κάτι έξω από ό,τι συνηθιζόταν. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, για τις όλο και πιο απελπισμένες προσπάθειες του αρχισυνταγματάρχη Γκέοργκ-Χανς Ράινχαρντ (Georg-Hans Reinhardt) από την Ανατολική Πρωσία να πείσει τον Χίτλερ για την τακτική υποχώρηση του επιτελείου στρατιάς. Αλλά, ο Χίτλερ δεν ήταν ο μόνος που απέρριπτε αυτή την ιδέα. Στην πραγματικότητα, είχε την ευρεία υποστήριξη των αξιωματικών του άμεσου περιβάλλοντός του.

ΣΠΙΓΚΕΛ: «Κοίταξα τα μάτια του και ήξερα ότι όλα θα πήγαιναν καλά», είπε ο αρχιναύαρχος Καρλ Ντένιτζ (Karl Dönitz), μετά από μια συνομιλία με τον Χίτλερ. Κι άλλοι αξιωματικοί είπαν παρόμοια πράγματα. Από πού πήγαζε αυτή η απόλυτη πίστη αυτών των ανδρών στον φύρερ, οι οποίοι κατά τα άλλα δεν ήταν πολύ συναισθηματικοί;

ΚΕΡΣΟ: Θα πρέπει να ρωτήσετε ψυχολόγους. Γιατί ο Άλμπερτ Σπέερ (Albert Speer) επέστρεψε στο υπόγειο καταφύγιο της Καγκελαρίας, όταν πραγματικά όλα είχαν τελειώσει; Προφανώς ως το τέλος δεν ήταν σε θέση να αποσυνδεθεί από τον Χίτλερ, όπως συνέβη και με πολλούς άλλους στον περίγυρό του. Αυτή η συναισθηματική εξάρτηση εκδηλώθηκε επίσης στην συνάντηση με τους γκαουλάιτερ, στις 24 Φεβρουαρίου 1945, στην οποία οι κομματικοί αρχηγοί αντιλήφθηκαν τον Χίτλερ ως έναν συντετριμμένο άνθρωπο, και τρομοκρατήθηκαν τελείως από ό,τι είδαν. Αλλά, τότε, ο Χίτλερ τους πλησίασε έναν-έναν, τους κοίταξε στα μάτια, και μονομιάς η διάθεσή τους ελάφρυνε, όπως έγραψε ο γκαουλάιτερ Ρούντολφ Γιόρνταν (Rudolf Jordan) στα απομνημονεύματά του.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Τα μάγια λύθηκαν ξαφνικά με την αυτοκτονία του Χίτλερ.

ΚΕΡΣΟ: Μετά από αυτήν όλα συνέβησαν πολύ γρήγορα. Ο Γκαίμπελς ήταν σχεδόν ο μόνος που στάθηκε δίπλα στον Χίτλερ μέχρι τον θάνατο. Σχεδόν όλοι οι άλλοι το έβαλαν στα πόδια. Ακόμη κι ο αφοσιωμένος (Μάρτιν) Μπόρμαν προσπάθησε να δραπετεύσει από τον κόσμο του υπόγειου καταφυγίου της Καγκελαρίας και να φτάσει όπου μπορούσε.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Οι περίεργες πτυχές του βιβλίου σας περιλαμβάνουν και τις περιγραφές της ίντριγκας στο δικαστήριο. Η Γερμανία κείτεται σε στάχτες, κι όμως οι παλαδίνοι μάχονται για εξουσία και επιρροή.

ΚΕΡΣΟ: Κι αυτό επίσης εξηγεί την επίμονη αντοχή του συστήματος. Η αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ εκείνων που μετείχαν στην ηγεσία δεν επέτρεπε να σχηματιστούν φράξιες στο εσωτερικό της δομής της εξουσίας, κάτι που θα μπορούσε να αποδειχτεί επικίνδυνο για τον Χίτλερ. Στην καλύτερη περίπτωση υπήρξαν βραχύβιες συμμαχίες, που διαλύθηκαν σε σύντομο διάστημα, όταν κάποιος ανακάλυπτε κάποιο πλεονέκτημα, όπως συνέβη ανάμεσα στον Γκαίμπελς και τον Σπέερ.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Περιγράφετε τον Σπέερ ως το πιο αινιγματικό πρόσωπο στον κύκλο του δικτάτορα. Τι έκανε έναν τόσο έξυπνο και τόσο ρεαλιστή άνθρωπο να επιμείνει ως το τέλος;

ΚΕΡΣΟ: Μια άσβεστη φιλοδοξία, και ασφαλώς η πίστη στον Χίτλερ και την αποστολή, επίσης. Ο Σπέερ παραμένει, ως σήμερα, ένα αίνιγμα για εμένα. Κανείς δεν είχε καλύτερη αντίληψη από εκείνον για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το Ράιχ, παραταύτα τον Μάρτιο συνέταξε ένα υπόμνημα, στο οποίο σύστηνε την συνέχιση του πολέμου στον Ρήνο και στον Όντερ. Φυσικά, παραμέλησε να το αναφέρει αυτό στα απομνημονεύματά του.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Γράφετε ότι η πολεμική βιομηχανία της Γερμανίας παρήγαγε τον μεγαλύτερο όγκο όπλων τον Δεκέμβριο του 1944, παρά τους καταστροφικούς βομβαρδισμούς που υφίστατο.

ΚΕΡΣΟ: Χωρίς την ικανότητα του Σπέερ να διατηρεί την παραγωγή όπλων κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες, ο πόλεμος θα μπορούσε να έχει τελειώσει πολύ νωρίτερα. Μέχρι την Επίθεση των Αρδενών, αυτός και οι άνθρωποί του έκαναν πραγματικά θαύματα όσον αφορά την παραγωγή πυρομαχικών. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να θέσουμε αυτό το ζήτημα.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Αν οι συνωμότες της 20ης Ιουλίου είχαν επιτύχει με την βόμβα εναντίον του Χίτλερ, ο πόλεμος θα μπορούσε να έχει τερματιστεί τουλάχιστον ως το φθινόπωρο του 1944. Ως ιστορικός, θα επιθυμούσατε να έχει σκοτωθεί ο Χίτλερ εκείνη την ημέρα, ή είσαστε ικανοποιημένος που η απόπειρα δολοφονίας απέτυχε;

ΚΕΡΣΟ: Έχω κι εγώ αναρωτηθεί συχνά γι’αυτό το θέμα. Όταν κάποιος γράφει γι’αυτά τα πράγματα, εύχεται μέσα του να είχαν επιτύχει. Πιστεύω ότι αυτή είναι η θέση κάθε ανθρώπου που δεν έχει αιχμαλωτιστεί από τις ιδέες του ναζισμού. Το τελευταίο έτος του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, πέθαναν στην Ευρώπη τόσοι άνθρωποι, όσοι σκοτώθηκαν σε όλα τα πολεμικά μέτωπα στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Πολιτικά μιλώντας, ωστόσο, είναι ίσως ευχής έργο ότι οι συνωμότες απέτυχαν. Αλλιώς, οι ευκαιρίες για μια δημοκρατική Γερμανία θα ήσαν κατά πολύ λιγότερες.

ΣΠΙΓΚΕΛ: Καθηγητά Κέρσο, σας ευχαριστώ γι’αυτή την συνέντευξη.

Η συνέντευξη δόθηκε από τον Ίαν Κέρσο (Ian Kershaw) στον Γιαν Φλαϊσχάουερ (Jan Fleischhauer). Απόδοση στα ελληνικά: Δημήτρης Κοκκώνης.

URL:

Σχετικοί σύνδεσμοι του SPIEGEL ONLINE:

ΙΔΕΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΛΛΑ! Educational ideas for teachers!

Ένα blog για εκπαιδευτικούς, εκπαιδευόμενους και όχι μόνο! A blog for teachers!

Αντικλείδι

Θέματα -Πηγές-Σκέψεις-Τεχνικές & εργαλεία για τη διδασκαλία της

XYZ Contagion

Ο κόσμος σε 360 μοίρες. Το μοναδικό '0% Lies & Errors Free' website. Στιγμές και όψεις της ελληνικής (και όχι μόνο) δημόσιας πραγματικότητας από ένα ιστολόγιο που αγαπάει την έρευνα. Επειδή η αλήθεια είναι μεταδοτική.

Αρέσει σε %d bloggers: